Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Στιγμές

Όπως λέει και ένα νέο τραγούδι που ερμηνεύει η Ελένη Τσαλιγοπούλου:

".. Μα στιγμές, στιγμές
το φως αλλάζει
κι οι σκιές μας που σιωπούν
γίνονται γυμνό κορμί που στάζει
και καρδιές που αιμορραγούν..."

Έτσι λοιπόν αυτά τα ζεστά, υγρά καλοκαιρινά βράδια του Αυγούστου πλέον. Έρχονται αλλαγές. Γιατί η ζωή δεν παραμένει σταθερή. Δε σε περιμένει. Δεν περιμένει πότε είσαι εσύ έτοιμος αλλά πότε είναι η ίδια. Και εσύ πρέπει να είσαι σαν προετοιμασμένος από παλιά για να τις δεχτείς, να τις διαχειριστείς, να τις "εξημερώσεις" και να τις φέρεις όσο πιο κοντά γίνεται στα δικά σου μέτρα.

Καιρός ιδανικός βέβαια για να καθίσεις πίσω στη πλάτη σου και να αναπολήσεις...να θυμηθείς, να απολαύσεις, να ζήσεις. Τις στιγμές. Και να τις δεις με άλλο φως πλέον. Να κλείσεις τις πόρτες σου. Γυάλινες πόρτες της μνήμης που σε χωρίζουν από το παρελθόν καθώς στέκουν ερμητικά κλειστές μπροστά σου, αλλά διάφανες για να μπορείς να το βλέπεις, το παρελθόν και πλέον από τη θέση του απλού θεατή να μπορείς να προστατεύεις τη καρδιά σου να μην αιμορραγεί.

(θα συνεχίσω)...

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Αντίο και...

Αντίο...Ευχαριστώ όλους όσους διάβαζαν το blog αυτό και μου άφηναν την καλησπέρα τους. Ήταν μια μορφή ας πούμε ημερολογίου αλλά και μία προσπάθεια επικοινωνίας...Λάθος μεγάλο.

Αλλά το έκανα και ήρθε η ώρα να το διορθώσω. Όπως όλα τα λάθη των τελευταίων χρόνων. Αυτά τα οποία δε διορθώνονται, ζητάω ένα μεγάλο συγνώμη.. Είναι πάρα πολλά και ταλαιπώρησαν πολλούς ανθρώπους που αγάπησα και ξέρω πως με αγάπησαν ειλικρινά. Μετά το σημερινό τηλεφώνημα το ξέρω πλέον οριστικά...

Να είστε όλοι καλά!

Ανδρέας

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Ένα ποτήρι κρασί

Ο ήχος από το φελλό ενός μπουκαλιού κόκκινο κρασί έσκισε τη σιωπή που πλανιόταν στο δωμάτιο. Ο ήχος από το κόκκινο νέκταρ αντηχούσε σε όλη τη γειτονιά. Γέμισε το ποτήρι του μέχρις επάνω. Το χρώμα, έντονο ερυθρό. Έντονα παθιάρικο... λαμπύριζε με το λιγοστό φως από τις διπλανές πολυκατοικίες. Κάπου γινόταν ένα πάρτι, κάπου κάποιοι πίνανε το δικό τους ποτό. Αυτός μόνος του καθισμένος στο μπαλκόνι, ευχόταν στον εαυτό του. Στη μοναξιά του. Στην παραξενιά του. Στην μοίρα του που πάσχιζε να βρει προορισμό, ζαλισμένη και αυτή από τις συνεχείς αλλαγές.
Δε στέριωναν πουθενά, ούτε σε αγάπη, ούτε σε σπίτι, ούτε σε δουλειά. Λίγα πράγματα μπορούσε να κρατήσει. Λίγα μπορούσαν να τον συγκινήσουν. Αλλά όταν τον συγκινήσουν, ποτάμια τα δάκρυα από τα μάτια του. Ίσως για τον πόνο που έχει η ψυχή του. Ίσως για τα αμέτρητα γιατί που καταχώνιασε στη ψυχή του γιατί δε μπορούσε να βρει απαντήσεις... Και όταν ακόμα τις έβρισκε, πάντα μια σκέψη που καταχώνιαζε μέσα στη καρδιά του θα έβγαινε να αμφισβητήσει την όποια απάντηση. Άλλες φορές από τη μία πλευρά και άλλες από την άλλη.

Το ποτήρι πλησίασε τα χείλη του, τα οποία ακούμπησαν αργά αργά, σχεδόν σαν σε ιεροτελεστία, την άκρη του. Άνοιξε τα χείλη του, και το κόκκινο νέκταρ άρχισε να κυλάει αργά και να πλημμυρίζει τον ουρανίσκο του. Το άρωμα έφτασε πρώτο τις αισθήσεις του. Τον ταξίδεψε σε ένα βράδυ μακρινό. Μία αγκαλιά να βρίσκεται μέσα σε μια άλλη. Μια οθόνη υπολογιστή. Μία συνωμοτική συνάντηση. Ένα ταξίδι στα κρυφά από όλους για την επανένωση δύο ψυχών. Δύο καρδιών που ήταν πλασμένες ίσως ή μία για την άλλη δεν έμελλε ποτέ να είναι μαζί. ΠΟΤΕ... τι άσχημη λέξη...Σταματάει το όνειρο. Διαγράφει την ελπίδα. Σβήνει τα σημάδια που πρέπει να ακολουθήσει η γραμμή για να ενώσει δύο ψυχές. Να διορθώσει τα όποια λάθη των ανθρώπων, της μοίρας τους...

Η γουλιά του κρασιού ταξίδευε τώρα στο λαιμό του, οι γεύσεις ανέβαιναν στον ουρανίσκο του, γεμάτες, πολύχρωμες... Άλλη ανάμνηση, εικόνα, σκέψη, δύο κορμιά, δίπλα δίπλα, μία ταράτσα, 4 βήματα, και ένα και δύο και τρία και τέσσερα. Δύο καρδιές, χτυπάν, μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία του καλοκαιριού, μόνο αυτές ακούγονται. Μία ακόμα επανένωση...Πόσες ακόμα...

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ...τα λόγια ηχούσαν ξανά και ξανά στο μυαλό του...θαρρείς για να το πιστέψει και ο ίδιος. Η γουλιά είχε πλέον μπει μέσα του, μέσα στο κορμί του, το αλκοόλ τριγυρνούσε στις φλέβες του, έβρισκε τις σκέψεις και τους κρυφούς του πόθους και έπαιζε μαζί τους. Όπως η πέτρα πέφτει στον βυθό της θάλασσας και ανασηκώνει την άμμο, έτσι διαταράσσονταν οι πιο μύχιες σκέψεις του και πάλευαν να βγουν στην δικιά του επιφάνεια.

Κράτησε το ποτήρι, σηκώθηκε και ακούμπησε στη κουπαστή του μπαλκονιού του. Κοίταξε γύρω και έπειρα επάνω στα αστέρια..."α ρε κόσμε, είσαι περίεργος, δύσκολος, δε μπορώ να σε καταλάβω...μάλλον δε σου ανήκω και δε θα μου ανήκεις ποτέ...συμβιβάζομαι λοιπόν..."

Από ένα μπαλκόνι ακουγόταν το παρακάτω τραγούδι για μία πεταλούδα κι έναν Μοναχικό άνθρωπο...

" έτσι που ήρθες κι έφυγες,
δε σε έμαθα ποτές,
πίσω από τα δυο σου μάτια,
πήγες και κρύφτηκες,
σαν τραγουδάκι που μου μεινες
κι όλο ξεχνάω τους τοίχους...

και σε σφυρίζω,
σε σφυρίζω
στα στενά σε μουρμουρίζω
μες στα λόγια σου βραχνιάζω,
σε μπερδεύω
σε φωνάζω....."

Σε φωνάζω είπε και αυτός, ανάσανε, γύρισε την πλάτη του, μπήκε μέσα στο δωμάτιο, έκλεισε το φως και ακούμπησε το ποτήρι στο πάτωμα. Ένιωθε ένα βάρος στη καρδιά του. Ξάπλωσε για να ηρεμήσει, να ανασάνει καλύτερα...έκλεισε τα μάτια....σήμερα μπορούσε να ονειρευτεί...να την ονειρευτεί...όπως την ονειρευόταν χωρίς να τη ξέρει...μέχρις που εμφανίστηκε μπροστά του και της έδωσε ό,τι της ανήκε...την καρδιά του....

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Αυτή η νύχτα

"Όταν θα σβήσει η φωτιά
τη στάχτη μη σκαλίζεις
ανάστησέ την αν μπορείς
ή μην ξαναγυρίζεις.

Ποτέ δεν ξέρεις τι θα ‘ρθεί
και πόσο θα κρατήσει
θα ‘ναι καλύτερα λοιπόν
στο σήμερα να ζήσεις.

Αυτή η νύχτα θα ‘ναι για μένα
αυτή η νύχτα θα ‘ναι για μας
αυτή τη νύχτα δε γουστάρω κανέναν
είναι για μένα,είναι για μας.

Η πεταλούδα πάει στο φως κι ας είναι να την κάψει
ξανάρχομαι κι ας ξέρω πως ποτέ σου δε θ’ αλλάξεις. "

Μάνος Ξυδούς, Γιάννης Χαρούλης.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Σε ευχαριστώ....Α.

Πέρασαν τρία χρόνια. Δεν το κατάλαβα καθόλου. Πέρασαν σαν μια στιγμή. Μεγάλωσα. Έφτασα τα 30άντα. Με φοβίζει πολύ. Με τρομάζει γιατί δε κατάλαβα πότε έφτασαν. Αλλά να τα είναι εδώ. Και τελικά ίσως δεν είναι και τίποτα. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη της ηλικίας, του ανθρώπου, των....μαθηματικών. Δεν είμαι συμβιβασμένος με την ιδέα. Ούτε συμφιλιωμένος. Είμαι αρκετά παιδί μέσα μου. Στις αντιδράσεις μου. Στις σκέψεις μου. Στις συμπεριφορές μου. Δεν χρησιμοποιώ τόσο τις εμπειρίες μου από όσα έχω ζήσει ως τώρα. Φαντάζομαι ότι όσο θα μεγαλώνω όλο και περισσότερο θα πρέπει να ωριμάζω και να χρησιμοποιώ αυτές τις εμπειρίες σαν...οδηγό...
Τα τελευταία τρία χρόνια μόνος ένας άνθρωπος στάθηκε δίπλα μου, ερωτικά σαν σύντροφος και με στήριξε, με αγάπησε, με ερωτεύτηκε, όπως θέλει το λέει κανείς.

Μόνο η αγαπημένη μου Α. Ήταν δίπλα μου, αλλά εγώ ήμουν τόσο χαμένος που δεν εκτίμησα όλα όσα μου έδωσε αλλά, μου έδωσε με όλη της τη καρδιά απλόχερα. Εγώ της τα επέστρεψα, ίσως με άσχημο τρόπο. Αλλά η ουσία είναι πως δεν αποδέχτηκα το δώρο που μου δόθηκε στη ζωή μου, την Α.

Μετά από πολλά χρόνια, είχα πλέον έναν άνθρωπο να με στηρίζει. Να είναι ερωτευμένη μαζί μου, να με αγαπάει και να μου το δείχνει. Και μάλιστα χωρίς να ζητάει τίποτα περισσότερο από το να της δείχνω αγάπη. Εκτίμηση. Αφοσίωση. Ήταν η μόνη που δε ζήτησε τίποτα, που πάλεψε. Είναι η μόνη ηλιαχτίδα σε ένα κατά τα άλλα μουντό σκηνικό που είχα αφήσει να στηθεί κάποια χρόνια τώρα.

Αγγ., σε ευχαριστώ και σε αγαπώ. Για πάντα μέσα στη καρδιά μου. Συγνώμη για το ότι ήμουν τόσο μικρός. Κι εσύ τόσο υπέροχη. Περισσότερο απ' όσο μπορούσα να αντέξω. Περισσότερο απ' όσο μου άξιζε, τουλάχιστο τότε.

Σε ευχαριστώ.

Ανδρέας

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

A Single Man (Δανεισμένος από την ομότιτλη ταινία του Tom Ford)

Τόσος κόσμος γύρω σου. Να είσαι συνέχεια με φίλους, να είσαι η ψυχή της παρέας. Κι όμως....να είναι στιγμές που να είσαι πλέον τόσο μόνος. Μόνος με τις σκέψεις σου. Μόνος με τη ζωή σου όπως την έχεις κάνει μέχρι τώρα. Άλλες φορές με την ελπίδα, να σου σχηματίζει ένα χαμόγελο στα χείλη. Άλλες φορές με την απελπισία να ζεσταίνει τα δάκρυά σου και να τα βγάζει από το μέσα σου, από την ψυχή.

Να είσαι τόσο φοβισμένος. Πως είναι της μοίρας να είσαι μόνος. Γιατί δεν είσαι σε θέση να δώσεις. Δεν είσαι σε θέση να γευτείς. Θέλεις δε θέλεις, δε ξέρεις. Αλλά φοβάσαι. Φοβάσαι πως θα μείνεις μόνος. Θα γίνεις τόσο περίεργος και τόσο δύσκολος που κανείς και τίποτα δε θα μπορεί να στεριώσει δίπλα σου.

Πέρασες μια κρίση. Μεγάλη κρίση πριν λίγα χρόνια. Μια κρίση που διέλυσε τα σαθρά θεμέλια της αυτοπεποίθησής σου. Με την κοινωνικότητα σου έκρυβες αυτή την έλλειψη. Την έλλειψη της πίστης στον εαυτό σου. Και κάποια στιγμή το οικοδόμημα αυτό...εσύ, η ζωή σου άρχισε να καταρρέει. Προσπάθησες...με κινήσεις λογικές, πανικού, λιγότερο λογικές, περισσότερο πανικού. Θεωρούσες πως μπορεί με ένα σοκ να ηρεμήσεις. Με μια καταιγίδα να επιστρέψεις σε ένα ασφαλές λιμάνι. Με έναν "θάνατο" να ξυπνήσεις σε μια καινούρια ζωή. Το ήξερες πως δεν πίστευες στη ζωή σου. Δεν ήσουν αρκετά καλός. Έτσι πίστευες. Και ήθελες να κρατηθείς από κάπου. Ακόμα και αν αυτό το κάτι ήταν πιο σάπιο και άρρωστο από ότι ήταν αυτό που σε ταλαιπωρούσε.

Γραπώθηκες επάνω σε μια σαπισμένη σανίδα, ναυαγός της πίστης στις δυνάμεις και στον εαυτό σου. Η σανίδα, σάπιζε, έλιωνε, εσύ εκεί να την κρατάς γερά. Να βλέπεις μεγαλύτερες, καλύτερες, ασφαλέστερες "σανίδες" και να αρνείσαι την σωτηρία γιατί σε είχε πιάσει μια ιδιαίτερη κατάσταση... Είχες πιστέψει πως δε γίνεται. Αν δε μπορεί να σε σώσει μια σάπια σανίδα, σίγουρα δεν μπορεί να σε σώσει μια γερή. Παράξενο και παράδοξο μαζί...Αλλά συνέβει.
Και η σανίδα ήταν σάπια και "πληγωμένη" από τα χτυπήματα της θάλασσας. Χωρίς το βάρος σου επάνω της όμως, μπορούσε να σωθεί.

Εσύ αποφάσισες (;) να συνεχίσεις, να πορευτείς μαζί της. Να θεωρήσεις πως πρέπει να την κάνεις σπίτι σου...ζωή σου, για να σωθείτε μαζί. Και όταν ακόμα έβλεπες από μακριά νησιά, ξέρες που μπορούσες να ξαποστάσεις και να σωθείς. Να ηρεμήσεις. Να πατήσεις σε στέρεο έδαφος. Προτιμούσες να μείνεις μαζί της. Να ζεις με τις καθημερινές παραισθήσεις της πραγματικής ζωής και των συναισθημάτων. Παραισθήσεις όμως. Είναι τόση η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό σου, που πλέον προτιμούσες να ζεις με παραισθήσεις.

Μέχρι που αντέδρασες...επιτέλους...έδρασες. Και προσπάθησες να μαζέψεις τα κομμάτια σου που κοίτονταν τριγύρω. Και προσπάθησες.

Γνώρισες, γέλασες, ερωτεύτηκες, διασκέδασες, αλλά πάντα ενδόμυχα, δεν ήθελες να μείνεις τόσο ώστε να δώσεις στον άλλο την δυνατότητα να φύγει πρώτος, να σε εγκαταλείψει. Έβρισκες προφάσεις, δικαιολογίες για να αποτραβηχτείς. Για να φύγεις. Με το μικρότερο δυνατό κόστος για την ήδη ραγισμένη σου σπασμένη σου καρδιά. Και άφησες ανθρώπους πίσω σου, που σε αγάπησαν, που σε στήριξαν, που αγάπησες κι εσύ αλλά...αλλά.

Ένας άνθρωπος μόνος, μπορεί να γίνει ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος για τους γύρω του. Για να τους πληγώνει...Για να ζει προστατευμένος, αφήνοντας ακάλυπτους όσους σπεύδουν για να τον βοηθήσουν. Γίνεται αδίστακτος. Σκληρός. Αν και μέσα του πονάει....έξω του πονάει άλλους ανθρώπους.

...

Τέλος

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Αγάπη μου εσύ...

Σηκώθηκα σήμερα το πρωί κάπως βαρύς...ο ουρανός λίγο μουντός, το στόμα λίγο πιο ξερό, η αίσθηση λίγο πιο περίεργη....

Άνοιξα το ραδιόφωνο και άκουσα αυτούς τους στίχους και κλείνω...:

"Αγάπη μου εσύ,
Αιώνια πληγή.."

καλημέρα