Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Παρελθόν

Δε μπορείς να αποκυρήξεις το παρελθόν σου. Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να το απενεργοποιήσεις. Να το αφαιμάξεις από τις στιγμές, τη πραγματικότητα που έζησες και να αφήσεις μόνο του το..."στόρυ".. :-)

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Σκόρπιες σκέψεις ενός Κυριακάτικου απογεύματος

Ό,τι κι αν αποκηρύξω, ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν πω, ... είναι ανολοκλήρωτο. Δεν υπάρχεις εσύ. Δεν είσαι εδώ. Δε θα είσαι ποτέ.
Προσπαθώ να σε μισήσω. Ειλικρινά προσπαθώ...
Δε γίνεται... Δε γίνεται γαμώτο, τη στιγμή που θα προσπαθήσω, την αμέσως επόμενη θα σε σκεφτώ, θα μου λείψεις, θα μου έρθουν στο νου όλα μου τα λάθη και ότι σε έχασα.. Ενώ ήθελες να φύγεις εσύ, ενώ δεν ήμουν αυτός που σου ταίριαζε, που σου άξιζε, ... εγώ νιώθω πως σε έχασα...Και κατηγορώ τον εαυτό μου συνέχεια.
Συγκινούμαι με το παραμικρό, με ένα ζευγάρι που βλέπω να κοιτιέται στα μάτια.
Με τον καιρό που αρχίζει να ζεσταίνει και τις ατελείωτες βόλτες που κάνω σε μέρη που πηγαίναμε μαζί. Με τις παρέες που έχω και που ήθελα να τις κάνουμε μαζί.
Με τα πράγματα που ανέβαλα να κάνω, να κάνουμε, που δε θα τα κάνουμε μαζί.
Προσπαθώ να ζω γιατί έτσι πρέπει να κάνω. Αλλά στη πραγματικότητα έχω γίνει σαν ένα ρομποτ. Κάνω κάποιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χωρίς να τις καταλαβαίνω στην ουσία αλλά τις κάνω. Προσπαθώ να έχω δραστηριότητες αλλά, αλλά ο καιρός παραμένει στάσιμος, δε προχωράει. Δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον. Τίποτα.
Δε με νοιάζει τίποτα ουσιαστικά απλά κάνω πράγματα για να περνάει η ώρα, και να ξεχνιέμαι, να μη σε θυμάμαι, να μη μας θυμάμαι, να μη στεναχωριέμαι.
Να κρατιέμαι να μη σου τηλεφωνώ. Ακόμα και την ημέρα που σε είδα με τον νέο σου φίλο, βρήκα μια καλή δικαιολογία για να σου τηλεφωνήσω, να ακούσω τη φωνή σου. Ακόμα και τα μέιλ που σου έστειλα για να μη ξαναδείς το μπλογκ μου, εφόσον πλέον δε σε ενδιαφέρω και έχεις προχωρήσει, ήθελα να επικοινωνήσω μαζί σου. Επικοινωνία μαζί σου μόνο. Δεν επικοινωνώ με κανένα πια. Απλά παραθέτω γεγονότα, αναφέρω στιγμές, σκέψεις σκόρπιες. Αλλά δεν επικοινωνώ. Έτσι κι αλλιώς όλοι έχουν τις σκοτούρες τους δε μπορώ να τους σκοτίζω με τα δικά μου. Δεν αξίζει σε κανένα. Μόνο σε μένα αυτό το... «μαρτύριο».

Να είσαι καλά όπου και να είσαι.

"I HAD IT ALL AND I RISKED IT ALL "

ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΧΑ, ΗΤΑΝ ΔΙΚΑ ΜΟΥ, ΗΣΟΥΝ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ, ΗΜΟΥΝ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ, ΗΣΟΥΝ Η ΣΚΑΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ...ΚΑΙ ΣΕ ΕΧΑΣΑ. ΜΕ ΣΕΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ..ΧΩΡΊΣ ΕΣΕΝΑ...ΚΕΝΟ..

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Σκόρπιοι στίχοι

.."sε αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω,
κι αυτός είναι ένας καημός, αβάσταχτος.."

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Προσωπική ανάγνωση (Ένα παλιό post...)

Έκλεισε άλλο ένα κουτί. Άλλο ένα κουτί μέσα στο οποίο μάζευε πάλι ό,τι είχε απομείνει από μία ακόμα σχέση, μία ακόμα γυναίκα που πέρασε από τη ζωή του. Όχι μη φανταστείτε πολλές, αλλά όλες είχαν αφήσει το στίγμα τους. Έτσι είχε μάθει έτσι κι αλλιώς. Να τις αφήνει να αφήνουν πίσω τουλάχιστον το στίγμα τους. Είτε έφταιγε είτε όχι, να μπορεί να κλάψει με λυγμούς, να θυμηθεί έντονες στιγμές, να θυμηθεί όνειρα, κοινά αλλά και των συντρόφων του, να μπορεί να νιώσει μυρωδιές ξανά. Να μη μπορεί να επισκεφτεί τα μέρη που είχαν πάει μαζί, περιορίζοντας πλέον καθώς περνούσαν τα χρόνια, τις επιλογές εξόδου του. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ιστορίες της μιας βραδιάς. Δεν του πήγαιναν, δεν ήταν ικανός για αυτές. Απλά και αυτά τα οποία ζητούσε...δε μπορούσε να τα ζητήσει και ίσως να τα ζήσει. Ήταν ανίκανος ίσως.

«Όταν είμαστε ευτυχείς, κυριαρχεί η φαντασία μας. Όταν δυστυχούμε, υπερτερεί η δύναμη της μνήμης»

Πόση αλήθεια περικλείεται σε αυτή τη φράση! Η φαντασία σου αναπνέει, καλπάζει, αφηνιάζει όταν είσαι ευτυχισμένος. Αυτή η φαντασία είναι που μπλέκεται ύστερα με τη μνήμη όταν είσαι δυστυχής και δε αφήνει να ηρεμήσεις, φέρνοντας στο νου όλα όσα δε πραγματοποίησες, δημιουργήματα της φαντασίας σου, όχι μόνο υπερρεαλιστικά, αλλά και πλήρως πραγματοποιήσιμα!

Μάζεψε τις τελευταίες φωτογραφίες, τις τελευταίες κάρτες, το τελευταίο γράμμα δικό του προς αυτή. Μάζεψε τα δώρα. Μάζευε τα κομμάτια του αλλά δεν το καταλάβαινε. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε πως μάζευε όλα αυτά που τον έδεναν με το παρελθόν. Όλα αυτά τα οποία του ξυπνούσαν την μνήμη. Όλα όσα τον κρατούσαν αιχμάλωτο εδώ και δύο μήνες. Μα τί λέω, εδώ και είκοσι χρόνια. Από όταν άρχιζε να καταλαβαίνει τα σημάδια του έρωτα. Απ’ όταν άρχιζε η καρδιά του να πεταρίζει όποτε έβλεπε, τότε την συμμαθήτριά του Φ..
Συνέχιζε να μαζεύει, να σβήνει από τον υπολογιστή... Όχι, όχι οριστικά απλά να «περνάει», όλες τις φωτογραφίες σε οπτικούς δίσκους (τα λεγόμενα και cd/ dvd) για να κρατήσει την ανάμνηση. Μετέφερε και διέγραφε, κείμενο, φωτογραφία, ήχο –όχι όχι ήχο δεν έσβηνε, ο ήχος του θύμιζε αλλά τον βοηθούσε να ταξιδεύει, να ονειρεύεται, πολλές πολλές φορές ίσως να ζει και στο παρελθόν, κόλπο που είχε ξετρυπώσει από ταινίες που έβλεπε, στις οποίες όταν έπαιζε μουσική, οι ήρωες χάνονταν, έβγαιναν έξω από το τώρα και ταξίδευαν στις σκέψεις τους, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον που θα ήθελαν ή στο μέλλον που ήξεραν πως στη πραγματικότητα είχαν.
Πίστευε πως έτσι θα σωθεί. Από τις αναμνήσεις του. Από το παρελθόν του. Από τις σκέψεις του. Από τις ερινύες που τον κυνηγούσαν. Από τα Γιατί. Από τα διότι. Από τις εξηγήσεις. Από τις απαντήσεις. Από τα ερωτήματα και τα ερωτηματικά που συνοδεύονταν σχεδόν ακαριαία από αφοπλιστικές απαντήσεις, τις οποίες καταλάβαινε, αλλά αρνιόταν να δεχτεί μιας και ανακινούσε τα ερωτήματα στη στιγμή, για να δώσει ξανά και ξανά τις ίδιες μονότονες απαντήσεις.
Μάζευε, αλλά πως να μπορέσει να μαζέψει χωρίς να θυμηθεί ξανά. Χωρίς να ανασύρει από τη μνήμη τους τις στιγμές οι οποίες περικλειόντουσαν σε αυτά τα άψυχα αλλά ταυτόχρονα τόσο ζωντανά κομμάτια που προσπαθούσε να κρύψει στην αποθήκη του με την απλοϊκή σκέψη πως θα μπουν στην αποθήκη του μυαλού και της καρδιάς του, ταυτόχρονα σχεδόν. Και θα τον λυτρώσουν. Αλλά πώς να μην ανασύρει, αναμνήσεις, γεύσεις, αρώματα, γέλια, κλάματα, προσδοκίες, όνειρα, την πραγματικότητα την ίδια η οποία αν και ανήκε πλέον στη μνήμη του και μόνο, ήταν τόσο έντονη. Τόσο γλυκόπικρη. Ένιωθε κάθε λεπτό που περνούσε να ερωτεύεται ξανά. Να μαλώνει ξανά. Να χωρίζει ξανά. Να χάνεται ξανά, μέσα στις σκέψεις του.

Είχε έντονα ακόμα τα σημάδια από την ένταση του τελευταίου έρωτα. Χαραγμένα όχι επάνω στο κορμί του ίσως, αλλά σίγουρα στη καρδιά και στο μυαλό και στη ψυχή του. Και αυτό φαινόταν και επάνω στο κορμί του. Το διέκρινες στο βλέμμα του. Το καταλάβαινες στις κινήσεις του. Στις αντιδράσεις του. Στη ζωή του ολόκληρη.
Τα λάθη του, τα έβλεπε εκεί στη γωνία να τον περιμένουν. Δεν είχε πάψει να τα βλέπει ούτε λεπτό. Ούτε στιγμή. Ακόμα και τα όνειρά του ήταν γεμάτα από εικόνες, όχι ονειρικές αλλά πραγματικές. Βίωνε ξανά και ξανά τα λάθη που είχε κάνει. Και τα οποία δεν ήξερε αν ήταν καταλυτικά για το τελείωμα της σχέσης. Για να χάσει τον, άνθρωπο από δίπλα του. Αλλά ήξερε πως υπήρχαν και ούτε τα ίδια τα λάθη είχαν κάποια πρόθεση να εξαφανιστούν αλλά ούτε και ο ίδιος ήθελε να τα ξεχάσει. Έστω και αν προσπαθούσε να ξεχάσει, να ξεπεράσει, να προχωρήσει, δεν ήθελε να ξανακάνει λάθη.. Όχι τα ίδια τουλάχιστον. Όχι τόσο σοβαρά. Μα αμέσως επανερχόταν στη πραγματικότητα, τα λάθη γίνονται. Με άλλη μορφή ίσως, με άλλες αιτίες και αφορμές και ακόμα ακόμα και με άλλες δικαιολογίες, αλλά... ΓΙΝΟΝΤΑΙ.

Συνέχιζε να μαζεύει, με περισσότερο πάθος. Άρχιζε να πετάει τα πράγματα μέσα στο κουτί. Σταμάτησε να τα τοποθετεί με τάξη. Δεν είχε σημασία. Η ζωή του δεν είχε ποτέ τάξη, γιατί να έχουν οι αναμνήσεις του, και ειδικά αυτές που κλείνονται σε ένα κουτί;

Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Οι αναμνήσεις από το καθετί που άγγιζε και προσπαθούσε να απομακρύνει από το παρόν του και να το τοποθετήσει στο κουτάκι της λήθης, τριγυρνούσαν διαρκώς μέσα στο μυαλό του. Κουράστηκε. Άρχισε να κοιτάει το κρεβάτι του. Είχε αρχίσει να μη νιώθει. Άδραξε την ευκαιρία να πάει να κοιμηθεί λοιπόν. Για μία φορά μετά από δύο μήνες περίπου, δεν ένιωθε. Έτρεξε να ετοιμαστεί. Να ξυριστεί όσο γρηγορότερα γινόταν. Να πλύνει τα δόντια όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Να πέσει κάτω από τα παπλώματα όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Άφησε τον εαυτό του να τον νανουρίσει ο ήχος της βροχής που έπεφτε απ’ έξω. Καλοκαιρινή βροχή. Καλοκαιρινή βροχή... Κάτι του θύμιζε αυτό, αλλά όχι σήμερα απλά θα χρησιμοποιούσε αυτόν τον ήχο, αυτήν την αίσθηση για να κοιμηθεί. Να αποκοιμηθεί γαλήνια για μια φορά.
Ναι είχε δίκιο στο ένα μέρος. Αποκοιμήθηκε ακαριαία. Πρώτη φορά χωρίς στριφογυρίσματα. Χωρίς σκέψεις να βασανίζουν το μυαλό του. Χωρίς λάθη να ταλαιπωρούν τη ψυχή του. Δίχως σκέψεις, πρόσωπα και το παρελθόν, αυτό το χωρίς τη θέλησή του αλλά το εξαιτίας του, παρελθόν να ταλανίζει το παρόν του.
Στο άλλο μέρος όμως. Η ψυχή μάλλον δε κοιμάται ποτέ. Ή το υποσυνείδητο. Ή η καρδιά. Διάλεξε και πάρε. Πάλι κατασκήνωσε στα όνειρα του εκείνη. Μόνο που εκείνη την φορά χωρίς να πει τίποτα. Χωρίς να του λέει άφησε με να προχωρήσω. Χωρίς να του λέει κλαίγοντας, δε πάει άλλο. Δίχως να μιλάει. Δεν την έβλεπε ολόκληρη. Έβλεπε τα μάτια, ήξερε πως είναι δικά της. Έβλεπε το στόμα, μπορούσε να αναγνωρίσει τη ζεστασιά που είχε ζήσει μέσα τους. Μπορούσε να διακρίνει την πλάτη της, την υφή του κορμιού της. Το στήθος της, τα πόδια της, το κορμί της. Του ήταν γνώριμα όλα. Και περισσότερο από γνώριμα.. του ήταν οικεία. Ήταν το σπίτι της καρδιάς του. Το ταξιδιάρικο καράβι της ψυχής του.
Όχι δεν έκαναν έρωτα. Απλά την έβλεπε ήρεμη. Μετά από πάρα πολλά όνειρα. Την έβλεπε. Την άγγιζε. Την παρατηρούσε. Την απολάμβανε. Τον ηρέμησε η σκέψη αυτή. Τον ξύπνησε γλυκά, αν και έκανε να ξανακοιμηθεί. Αλλά δε μπορούσε, δεν ήθελε να επιστρέψει στο όνειρο. Κι αν αυτή η ηρεμία έλειπε. Κι αν αυτή η όψη είχε χαθεί ξανά. Όχι προτίμησε να στριφογυρίσει στο κρεβάτι του. Σταμάτησε προς το παράθυρο. Είχε δεν είχε χαράξει απ’ έξω. Άκουγε ακόμα τις ψιχάλες να πέφτουν. Αργά. Ήρεμα και αυτές. Χάιδευαν το παράθυρο. Έκανε να σηκωθεί. Ένιωθε ανάλαφρος. Ήταν λίγες οι φορές που είχε νιώσει έτσι. Θυμόταν την τελευταία εικόνα από το όνειρό του.
Ξεκίνησε να φύγει για τη δουλειά. Με την ομπρέλα κλειστή για να νιώθει την βροχή στο πρόσωπό του. Να νιώθει τις σταγόνες να μπαίνουν κάτω από τα ρούχα του. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη βροχή τελικά. Στη βροχή όλα ξεκίνησαν, στη βροχή όλα τελείωσαν. Η βροχή ήταν το δικό του καθαρτήριο.

Αυτή η σχέση τον είχε γεμίσει με σημάδια. Ήταν τόσο σαρωτικό το πέρασμά της, με καλές και κακές στιγμές, που δεν θα ήταν δυνατό να μην του αφήσει κιόλας. Πάθος ήταν ναι.. μεγάλο, αλλά όχι λάθος. Τέλειωσε ναι αλλά όχι πως δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρξε κάποτε. Τα σημάδια ήταν παντού μέσα του, επάνω του. Ήταν σίγουρος πως δε θα υπάρξει ξανά αυτή η ένταση. Γιατί για μία φορά στη ζωή κάποιου γίνονται όλα σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που γίνονται, χωρίς όμως να είναι. Μία φορά στη ζωή κάποιου υπάρχει τόσο έντονη αυτή η αίσθηση, σαν να μην υπάρχει αύριο. Μιας και στη πραγματικότητα... δεν υπάρχει αύριο. Ζεις το τώρα και όταν το αύριο σε προλαβαίνει και αρχίζεις να κάνεις σχέδια, τότε η αλήθεια είναι αδίστακτη. Σε χτυπάει αλύπητα... Σε βασανίζει όσο περισσότερο γίνεται... Είναι όσο πιο ωμή και άμεση θα μπορούσες ποτέ να τη δεχτείς.

Πόσες φορές της ζήτησε συγνώμη για όλα όσα είχαν γίνει. Πολλές. Αμέτρητες. Δεν είχε σχέση όμως. Όλα όσα θα μπορούσαν να γίνουν αλλά δεν έγιναν και δε θα γίνονταν ποτέ, δεν έγιναν τελικά, ποτέ... Ναι χρησιμοποιούσε πια, τις εκφράσεις της: «Δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά, ΠΟΤΕ ξανά, Εμείς!...» του είχε πει μια μέρα. Είχε δίκιο. Δεν ήταν αυτό που ήθελε η Κ., ούτε αυτός που της άξιζε. Απλά η μοίρα τους είχε επιλέξει για να τους δείξει τί θα μπορούσαν να είχαν, χωρίς όμως να τους πει, πως δε μπορούν να το έχουν. Απλά επειδή στα κατάστιχα της, δεν υπήρχε γραμμένο το Κ+Α= L.F.Ever…… Ήθελε να παίξει μαζί τους. Να τους δείξει ότι υπάρχει αυτό το πράγμα που έλεγαν «ύβρη» οι παλιοί... Όταν προσπαθείς να γίνεις πιο ευτυχισμένος από τους Θεούς. ‘Όταν προσπαθείς να ζήσεις τα πάντα μέχρι το μεδούλι τους. Να τα γευτείς μέχρι την τελευταία σταγόνα τους. Αυτές είναι εμπειρίες μόνο για όσους έχουν το σπίτι τους, στον Όλυμπο. Αστείο αλλά το δικό της σπίτι ήταν πολύ πιο κοντά από το δικό του, στον Όλυμπο. Ίσως να είχε κάνει το παράπτωμα αυτός και να ερωτεύτηκε ένα άπιαστο όνειρο. Ένας απλός θνητός ήταν άλλωστε που νόμισε σε κάποια φάση της ζωής του πως μπορεί να γίνει, θεός. Και στη πορεία έδειξε πως δε μπορεί να αντέξει, όλα όσα αυτό συνεπαγόταν.

Δε γίνεται να ζήσεις τη ζωή σου ολόκληρη, μέρα προς μέρα, σαν να είναι η πρώτη και ταυτόχρονα μέρα προς μέρα, σαν να είναι η τελευταία.
Όταν έκάναν βόλτες ήταν έτσι.
Όταν έκαναν έρωτα ήταν έτσι.
Όταν έκαναν ταξίδια ήταν έτσι.
Όταν κοιμόντουσαν αγκαλιά ήταν έτσι.
Όλη τους η σχέση ήταν έτσι. Σαν να είναι η πρώτη αλλά και η τελευταία μέρα...
Της το είχε πει άλλωστε μια μέρα, μιας και προφανώς η μοίρα του είχε βάλει τις λέξεις της προειδοποίησης στο στόμα και το μυαλό του, αλλά όχι στην καρδιά και την ψυχή του: «Λυπάμαι Κ. μου που δεν έχουμε πολύ περισσότερο χρόνο... να σε χαρώ λίγο περισσότερο...».

Να σβήσεις πράγματα από τη μνήμη σου καμιά φορά είναι δύσκολο, πολύ περισσότερο αν τα έχεις συνδυάσει με ανθρώπους, καταστάσεις, με συναισθήματα. Πόσο μάλλον να σβήσεις ανθρώπους... Αυτοί, οι άνθρωποι δηλαδή, έχουν και ένα άλλο προτέρημα. Αποκτούν θέση και καταλαμβάνουν χώρο, στο μυαλό, την καρδιά, την ψυχή, τα όνειρα, την ζωή την ίδια.
Θυμόταν ακόμα πώς είναι να είναι δίπλα της. Πώς είναι να νιώθει τα μαλλιά της στα χέρια του. Πώς είναι η αίσθηση από την αύρα της, την παρουσία της, την ομιλία της, τον τρόπο που κινείται, που κοιτάει στο χώρο, που ονειρεύεται. Αυτό ειδικά το τελευταίο το θυμόταν πολύ καλά. Κάποιες λίγες, στιγμές ξενοιασιάς, την είχε δει να ονειρεύεται. Την είχε δει να λάμπει. Την είχε άλλωστε αγαπήσει και ερωτευτεί για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Για την ζωή που έβγαζε από μέσα της όταν ονειρευόταν. Άλλο αν ύστερα με τον τρόπο του, την είχε κάνει να ασφυκτιά και όχι να ζει...

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Μαντινάδα

Όταν θα νιώσεις ήντα θα πεί αγάπη και πονέσεις,
Όλες τσι τρέλες που' καμα θα μου τσι συγχωρέσεις!

Ερωτόκριτος ( Τα θλιβερά μαντάτα )



Στίχοι: Βιτσέντζος Κορνάρος
Μουσική: Παραδοσιακό
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Τάμαθες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
που ο κύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;
και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσαν,
κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου σ'ό,τι ακούσαν.
Και πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει
τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' αγάπης το καμίνι.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' άνθη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη;


Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέω τώρα,
και γρήγορα μισεύγω σου, μακραίνω από τη χώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.
Όπου κι αν πάω, κι αν βρεθώ, και ότι καιρόν κι αν ζήσω,
τάσσω σου άλλη να μη δω, μηδένα ν' αντρανίσω.

Ζωγραφιστή σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη να δω παρά την εδική σου.
Eγώ, δεν σ' εζωγράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζωγραφιά μου.


Και βγάνει από το δακτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναμούς του Pώκριτου το δίνει.
Λέγει του• "Nά, και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως, ώστε να ζω, είσαι δικό μου ταίρι.

Kάλλιά'χω εσέ με θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον κόσμον το κορμί μου.


Eγώ'μαι νιά και κοπελιά, και πάλι δε φοβούμαι,
και για θανάτους εκατό τον πόθο δεν αρνούμαι.

Βροχή

Τί όμορφη βροχή ήταν η χθεσινή! Τί απίστευτες μυρωδιές ανέσυρε στην ατμόσφαιρα.! Τί αναμνήσεις και τί προσδοκίες αναμνήσεων...

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Τέλος

απλά και ωραία...
μπορώ να αναπαυτώ πια.

Τέλος

Με αγάπη Ανδρέας

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Χαμένη αγάπη

Αλήθεια λένε μερικοί
ο χρόνος όλα θα τα σιάξει..
είναι που δε σε γνώρισαν
η γνώμη τους να αλλάξει

τί να τη κάνω τη καρδιά που είναι ραγισμένη
τί να το κάνω το μυαλό που είναι μαγεμένο,
μηδέ καρδιά, μηδέ νιονιό, δε μ'αφησες καρδιά μου
έφυες και έσβησες μονομιάς τα συναισθήματά σου,
κι έμεινα εδώ εγώ να λέω πως ζω

Για σένα (ποτέ δε θα το δεις αλλά...)

Εμείς τσι αν εχωρίσαμε
ακόμα σε θυμούμαι
στα όνειρα θα σε θορρώ
και θα στεναχωρούμαι…

Πες μου...

Πες μου αν φοβήθηκες,
τόσο που ανοίχτηκα,
κι αν είναι ο λόγος αυτός,
που τώρα........σε χάνω....
πόσο ....αχχχχχχχχχ πόσοοοοοοοοοοοο....λυπηθηκα!!!!!!............
Αχ, πώς δεν πρόσεξα, όταν μου μίλαγες..........

(Ζιώγαλας, Πόσα μου φύλαγες)

Αχ αγάπη μου γλυκιά....άχ κορίτσι μου γλυκό....αααααααααααααχχχ...

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Τετάρτη 7 Μαΐου

Τις τελευταίες μέρες έχει βαρύνει λίγο η ατμόσφαιρα. Οι αναμνήσεις δε με αφήνουν σε ησυχία.
Τη Δευτέρα ειδικά έψαχνα εναγωνίως να τη βρω...Είχα αφήσει ανοιχτά, skype, msn, yahoo, gmail, τα πάντα.. αλλά φυσικά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, βασικά δεν υπήρχε αποτέλεσμα, δεν ακουγόταν κιχ. Το βράδυ που είδα τον Νίκο, δεν μπόρεσα και του το είπα..." φίλε δε μπορώ να σας ακολουθήσω, δε... δε μπορώ να προχωρήσω...μου είναι πολύ επίπονο...είναι η τιμωρία μου, να μη φεύγει από το μυαλό μου, να μην έχει φύγει ούτε ένα λεπτό... Δε μπορώ να συνεχίσω, να υποκρίνομαι πως ζω, πως θέλω να ξεχάσω, να προχωρήσω, να παίξω, να φλερτάρω, να βγω... Γιατί ρε φίλε βγαίνω και σκέφτομαι να την είχα εκεί δίπλα μου, ή γιατί δε πρόλαβα να την πάω κι εγώ εκεί...
Γιατί έφυγα, γιατί ..έφυγε. Όλα τα γιατί...
Αλλά και μέσα όταν κάθομαι ρε φίλε, δε γίνεται τίποτα.. Την σκέφτομαι να είναι στη δουλειά, κοιτάω το ρολόι όταν πάει 5 η ώρα, τσεκάρω τον ΑΣΕΠ κάθε μέρα αν βγήκαν τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις για την ΥΠΑ...και σκέφτομαι, φαντάζομαι, πώς θα ήταν να την έπαιρνα όλο χαρά, να με έπαιρνε εκείνη και να μου λεγε, όλα πήγαν καλά! Υπέροχα...τα πήγα τέλεια...και όλα,...σαν από θαύμα να ήταν μια χαρά...να πήγαινα το βράδυ σπίτι της να το γιορτάζαμε! Να κάναμε μια μεγάλη βόλτα γύρω από την Ακρόπολη, να της έκανα το τραπέζι, να της έπαιρνα τα δωράκια της, να την έσφιγγα στην αγκαλιά μου, να ένιωθα το κεφάλι της να ακουμπάει στον ώμο μου, και να μου έλεγε....έχω όσα θα ήθελα πια! η εικόνα είναι ολοκληρωμένη...., αυτά σκέφτομαι ρε φίλε"
Και ο φίλος μου απάντησε: " Φίλε Ανδρέα κι εγώ και ο Θανάσης, είμαστε σε μια φάση που θέλουμε να προχωρήσουμε, θέλουμε να ζήσουμε...και θέλω να συμμετέχεις κι εσύ...αλλά δε μπορώ χαμένα σκηνικά, δε μπορώ..θέλω να με καταλάβεις...θέλω να ζήσω και θέλω να γίνω ευτυχισμένος...,.και θέλω να είσαι κι εσύ μαζί...αν όχι τώρα, όποτε μπορέσεις, αλλά εμείς το έχουμε αποφασίσει, δε θα αφήσουμε, μαγαζί για μαγαζί!"
Φίλε εγώ δε μπορώ να σας κρατήσω πίσω η απάντησή μου....Γιατί τώρα είμαι διαρκώς πίσω, στο παρελθόν...και στο επιλεκτικό παρελθόν. Σκέφτομαι μόνο τα καλά όπως θα έλεγε και αυτή...και δε βλέπω τα τόσα άσχημα που μπορούσε να δει η ίδια.
....
Οπότε έχω αρχίσει γυμναστήριο, πάω κάνω τις ασκήσεις μου, και όταν τις κάνω σκέφτομαι εκείνη.
Πάω και περπατάω, κάνω γύρους στη Νέα Σμύρνη, πάω μέχρι Παλιό Φάληρο. Περπατάω στα στενά, στα παρκάκια. Περπατάω...και σκέφτομαι τί να κάνει...πώς θα ήταν να είναι δίπλα και να βολτάρουμε μαζί...να μας χτυπάει το αεράκι, το ανοιξιάτικο...και όταν κουραζόμαστε να βρίσκουμε ένα γλυκό μέρος, να σταματάγαμε για μία κρεπούλα, μία σοκολάτα κρύα...Βλέπω ταβερνούλες, μικρά καφέ, μέρη που θα ήθελα να την πάω..
Ξεκίνησα και το γιόγκα, και πάλι έχω την εικόνα της στο μυαλό μου να κάνει και αυτή όπως πριν από 2-3 χρόνια όταν όλα ξεκίνησαν... Σκέφτομαι πόσα πράγματα δε δοκιμάσαμε μαζί...πόσο ολοκληρος ένιωθα αλλά και πόσα πολλά μας είχαν μείνει να κάνουμε, να νιώσουμε, να...είμαστε μαζί.
"Κλείνω τα μάτια να σε δω, μα φεύγεις σα σκιά στου χρόνου την απέραντη οθόνη...σαν θάνατος ο χωρισμός σκοτώνει....
λίγο ακόμα, τί να πώ, τ'όνομά σου μια φορά να ξαναπώ....η ζωή μου στο δικό σου το σκοπό...ναναναναναααααααααααααανανανανανανααααααααααααααααααααα...." Κάποιοι σκόρπιοι στίχοι από το Τί να πώ, του Μαχαιρίτσα με συντροφεύουν αυτή τη στιγμή...
Θέλω να ξεκινήσω και τα μαθήματα για τη μηχανή πλέον...ξέρω πως πια δε θα γυρίσεις, πια δε θα θες να ανέβεις, αλλά ακόμα κι εκεί σκέφτομαι, αν ποτέ γυρνούσε, αν με έβλεπε, αν με πετύχαινε κάπου, να μην την απογοητεύσω... να με δεί όπως θα ήθελε να με δει όταν με είχε...
για που το ' βαλες καρδιά μου, μ'ανοιχτά πανιά...λέει ο Ορφέας...
Αλλά απάντηση δε παίρνει ούτε αυτός..ούτε εγώ...
Πήγα και στο Bar Tessera σήμερα...Είχαμε κάνει μια μάζωξη εκεί...με τον Τάσο, τη Νατάσσα, τον Νίκο...η Κλειώ κι εγώ... για τη γιορτή της..για...εσένα ναι για εσένα..
Ήταν και ένα ζευγάρι και καθόταν σε ένα τραπεζάκι, και..κοιτάζονταν και τα μάτια σπινθηροβολούσαν, πέταγαν φωτιές, έλιωναν...σαν να μην υπήρχε κανείς στο μαγαζί...σαν να ήταν μόνοι τους...σαν όλος ο χώρος να γυρνούσε γύρω από αυτό το ζευγάρι...ακουμπούσε η κοπέλα στον ώμο του, δε ζήλεψα...αλλά το έχω ζήσει αυτό....μου έλειψες..μου λείψαμε εμείς..γιατί στις καλές μας στιγμές...έτσι είμαστε. Αλλά είπαμε, είναι λίγες, ήταν λίγες ή τουλάχιστο όχι αρκετές για να μείνουμε μαζί....όχι..αρκετές.
"να με προσέχεις, γιατί έχω πέσει χαμηλά, έχω πέσει χαμηλά, μάτια μου γλυκά να με προσέχεις, να με αντέχεις...." λέει ο Πορτοκάλογλου, μαζί τον είχαμε ακούσει...θυμάσαι?
θυμάσαι δε θυμάσαι τί αξία έχουν τώρα οι αναμνήσεις...
για μένα πολύ μεγάλη...ανεκτίμητη...
όχι όπως εσύ...εσύ είσαι...μοναδική, αξέχαστη, ανεκτίμητη...ανεκτίμητη είναι μικρή λέξη, ασήμαντη για να τη πω για σένα...
Μας λείψατε ακόμα μια μέρα κυρία Κέι-τζι...
Σας σκεφτήκαμε για ακόμα ένα δευτερόλεπτο, που κρατάει μια αιωνιότητα...
είμαι ακόμα ερωτευμένος, σε αγαπάω ακόμα, την αγαπάω ακόμα.
Ααα πέρασα και από τον Τζίτζηκα και τον Μέρμηγκα σήμερα, στην Μητροπόλεως, εκεί που μου είχες κάνει την έκπληξη για τον αποχαιρετισμό μου....
δάκρυσα λίγο αλλά μετά χαμογέλασα..κι αυτό το μέρος σου ανήκει...μας ανήκει, μέσα στις αναμνήσεις μου...
Χαιρετώ πριν αρχίσω να λέω περισσότερες ασυναρτησίες...
Γεια σας. Καληνύχτα καλημέρα, σε όποιον είναι εκεί έξω :-) .

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Να δω αν ακόμα είσαι εκεί..

(Δανείζομαι κάποιους στίχους του Πλιάτσικα...)

Πήρα ένα βροχερό ταξί, σαν αυτά που πέρναμε μαζί όταν επιστρέφαμε σπίτι σου, σπίτι μας, κάποιες στιγμές, το πήρα για να δω αν είσαι ακόμα εκεί ή η σκιά σου έχει μείνει.. Αλλά είδα μόνο ένα κοματάκι της σκιάς σου, καθώς ούτε αυτή δεν ήθελες να μου αφήσεις!...πήρα το βροχερό ταξί για να δω αν ακόμα είσαι εκεί, και είπα, θα φτάσω ό,τι και να γίνει...
μα αυτή τη φορά με έχεις κερδίσει...σε έχω αγαπήσει τόσο που δε μπορώ να εισβάλω πλέον στη ζωή σου...είμαι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο...ναι τίποτα το περίεργο θα πεις, έτσι ήμουν πάντα, αλλά...

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Λάκης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Μητροπάνος - Της Νύχτας Τα Ηχεία



Μεσάνυχτα στο ξέφωτο στην έρημη πλατεία
φωνάζω πια δε σ' αγαπώ
και η φωνή μου σταματά
σε κάτι κτίσματα παλιά
και ξανακούω την ηχώ, να λέει πια δε σ' αγαπώ
να λέει πια δε σ' αγαπώ.

Ξαναφωνάζω δυνατά κι είπα ξανά δε σ' αγαπώ
με μια φωνή σαν κεραυνό στη μαύρη ησυχία
να ξανακούσω την ηχώ, να λέει πια δε σ' αγαπώ
να λέει πια δε σ' αγαπώ.........

Μα ίσως πήγα πιο κοντά ή πήγα κάπως μακριά
και δε λειτούργησαν καλά της νύχτας τα ηχεία
και κάπου χάθηκε το πια, και δεν ακούστηκε το πια
κι απ' τις φωνής μου την ηχώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ
άκουγα μόνο σ' αγαπώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ....

να, νανανα,
να, νανανα,
να, νανανα,
νάι, νανανανα.......
να, νανανα,

Μα ίσως πήγα πιο κοντά ή πήγα κάπως μακριά
και δε λειτούργησαν καλά της νύχτας τα ηχεία
και κάπου χάθηκε το πια, και δεν ακούστηκε το πια
κι απ' τις φωνής μου την ηχώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ
άκουγα μόνο σ' αγαπώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ............

λα λα λα λα λα λα..............

Μα ίσως πήγα πιο κοντά ή πήγα κάπως μακριά
και δε λειτούργησαν καλά της νύχτας τα ηχεία
και κάπου χάθηκε το πια, και δεν ακούστηκε το πια
κι απ' τις φωνής μου την ηχώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ
άκουγα μόνο σ' αγαπώ, άκουγα μόνο σ' αγαπώ............

να, νανανα,
να, νανανα,
νάι, νανανανα.......
νάι, νανανανα................................ .................

I had the time of my life - Bill Medley & Jennifer Warnes



Boy: Now I've had the time of my life
No I never felt like this before
Yes I swear it's the truth
and I owe it all to you

Girl: 'Cause I've had the time of my life
and I owe it all to you

Boy: I've been waiting for so long
Now I've finally found someone
To stand by me

Girl: We saw the writing on the wall
As we felt this magical fantasy

Both: Now with passion in our eyes
There's no way we could disguise it secretly
So we take each other's hand
'Cause we seem to understand the urgency

Boy: just remember

Girl: You're the one thing

Boy: I can't get enough of

Girl: So I'll tell you something

Both:This could be love because

(CHORUS)
Both: I've had the time of my life
No I never felt this way before
Yes I swear it's the truth
And I owe it all to you
'Cause I've had the time of my life
And I've searched through every open door
'Til I found the truth
And I owe it all to you

Girl: With my body and soul
I want you more than you'll ever know

Boy: So we'll just let it go
Don't be afraid to lose control

Girl: Yes I know whats on your mind
When you say:
"Stay with me tonight."

Boy: Just remember
You're the one thing

Girl: I can't get enough of

Boy: So I'll tell you something

Both: This could be love because

(CHORUS)
Both: 'Cause I had the time of my life
No I've never felt this way before
Yes I swear it's the truth
And I owe it all to you
'Cause I've had the time of my life
And I've searched through every open door
Till I found the truth
and I owe it all to you

*Instrumental*

Boy: Now I've had the time of my life
No I never felt this way before

(Girl: Never Felt this way)

Boy: Yes I swear it's the truth
and I owe it all to you

Both: 'Cause I had the time of my life
And I've searched through every open door
Till I've found the truth
and I owe it all to you

Both: "cause I've had the time of my life
No I've never felt this way before
Yes I swear it's the truth
And I owe it all to you

Αν μου τηλεφωνούσες - Μιχάλης Χατζηγιάννης

Αν μου τηλεφωνούσες

Θέλω να σου μιλήσω, θέλω να' μαι μαζί σου
Και να σε αποκοιμίσω, να' μαι η αναπνοή σου
Έτσι να με ακούσεις, μη μ' αφήσεις να φύγω
Μ' έρωτα να με λούσεις, αν ερχόσουν για λίγο

Αν μου τηλεφωνούσες θάνατος η φωνή σου
Που δεν ξεχνάω ποτέ
Έτσι που με φιλούσες λες και ήμουν ζωή σου
σαν να 'πες σ' όλα ναι

Πνίγομαι σε πελάγη, χέρι σου πια δε φτάνω
Τόσο μεγάλα λάθη, μα μέσα σου τα χάνω
Θέλω εδώ να μένω, που σ' έχω αγαπήσει
Κι ούτε καταλαβαίνω, αν έχουμε χωρίσει

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Sleepless - Until June



Oehhh-oehhhh-ooehhh

Oh, when you were young
Did you ever love someone
So much you couldn’t bare the thought of losing them
Well I remember the sleepless nights
When I’d lie awake
If only I could tell you how I feel

Oehhh-oehhhh-ooehhh
Sleepless at night
Oehhh-oehhhh-ooehhh
Well I remember the sleeplessnights
Oehhhh-oehhh-ooehhh
Sleepless at night

Well I would walk around the earth
To have another chance with you
Spend the evening, paining thoughts of all you do
Well I remember the sleeplesnights
When I’d lie awake
If only I could tell you how I feel

Oehhh-oehhhh-ooehhh
Sleepless at night
Oehhh-oehhhh-ooehhh
Well I remember the sleeplessnights
Oehhhh-oehhh-ooehhh
Sleepless at night

Sleepless at niiight
Have you ever loved someone?
Hard to fiiind
Have you ever loved someone?
Could you ever love someone?

Ohnoooo

Oehhh-oehhhh-ooehhh

Well I remember the sleeplesnights
When I’d lie awake
Fix me I’m on my own
Well I remember the sleeplesnights
When I’d lie awake
Fix me I’m on my own
Well I remember the sleeplesnights
When I’d lie awake
Fix me I’m on my own
Well I remember the sleeplesnights
When I’d lie awake
If only I could tell you how i feel

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΣΕΝΑ..

Ευχαριστώ

Ημασταν κάποτε μαζί, αυτό είναι πολύ μεγάλο...
Κάποια στιγμή σε κράταγα στην αγκαλιά μου...
κάποια στιγμή σε έβλεπα να κοιμάσαι δίπλα μου...
κάποια στιγμή ονειρευτήκαμε μαζί, ταξιδέψαμε μαζί..
Κάποια στιγμή ήμασταν μαζί...
:-)
Για αυτό ... σε ευχαριστώ

Εικονική...πραγματικότητα

Ξέρεις τί είναι?
Είναι να ζεις την ζωή σου, και να μην ζεις ακριβώς τη ζωή σου.
Είναι να κάθεσαι μπροστά από την οθόνη ενός υπολογιστή και να περιμένεις ένα μήνυμα από κάποιον ο οποίος δε ξέρει καν την υπαρξή σου.
Είναι να πηγαίνεις εκδρομή και να απολαμβάνεις το τοπίο με τις εικόνες του παρελθόντος, "χάνοντας" την εικόνα του σήμερα, και να σκέφτεσαι πώς θα ήταν με τη παρουσία κι ενός ανθρώπου που δεν είναι πια μαζί σου και ποτέ δε θα ξαναείναι.
Είναι να...αγαπάς, να νιώθεις, να στεναχωριέσαι, να ανησυχείς, να σκέφτεσαι, να νοιάζεσαι, να χαίρεσαι, να ονειρεύεσαι ακόμα...ένα πλέον φανταστικό πρόσωπο, ένα πρόσωπο που θέλει να είναι παρελθόν και που αν μπορούσε, θα ήθελε να διαγράψει ο,τιδήποτε τον συνδέει με το παρελθόν αυτό...να το βγάλει από πάνω του σαν αρρώστια...
Εικονική πραγματικότητα είναι να προσπαθείς να προχωρήσεις και να σκέφτεσαι πως θα ήταν να προχωρούσες με έναν άνθρωπο, που έχει ήδη προχωρήσει για αλλού!
Εικονική πραγματικότητα, είναι ... ο,τιδήποτε σε κρατάει στη λήθη, στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Εικονική πραγματικότητα είναι...μια πραγματικότητα που δε σε αφήνει να προχωρήσεις.
Αν δε θέλεις να βγεις, απλά η ζωή....θα σε προσπεράσει. Δε σε παίρνει τώρα να είσαι....αθεράπευτα ρομαντικός.
Αλλά αθεράπευτα,...κυνικός. ρεαλιστής το λένε άλλοι..
Κυνικός, ψυχρός, λογιστής...(της ζωής) αλλά δυνατός.
Καλημέρα.

Καλό μήνα!

Χαίρομαι που με την είσοδο του Μαϊου, όλοι νιώθουν πιο καλά. Πάρα πολύ όμως...Να συνεχίσετε να είστε καλά και ευτυχισμένη...Ακόμα και αν δεν είμαι κάπου δίπλα σας...είστε εσείς κάπου μέσα μου και αυτό φτάνει..
Συγνώμη που δε μπορώ να είμαι...πιο...φίλος.
Θα το ήθελα πολύ να έχω μια τύπου, επικοινωνία μαζί σου, αλλά δε το μπορώ.
Σε φιλώ

Ένα παλιό post....

Είναι διαφορετικό να μαλώνεις με κάποιον γιατί δε ταιριάζεις, και διαφορετικό να προσπαθείς να τον πληγώσεις ακόμα και αν το κάνεις για να προστατέψεις και τους δυο σας.
Δεν ήθελα ποτέ να μαλώνουμε για να σε πληγώνω ηθελημένα. Απλά δε ταιριάζαμε, αυτό ναι να το δεχτώ, αλλά όχι ότι το έκανα ηθελημένα για να σε πληγώσω.
Εσύ και πέρυσι και φέτος, με πληγώνεις ηθελημένα. Σαν να έρχεται μια στιγμή που να μη σου λέει τίποτα το ότι περάσαμε κάποιο χρόνο μαζί...κάποιες εμπειρίες, κάποιες στιγμές έστω....όπως θες πες το...θες απλά να με σκοτώσεις ώστε να με κάνεις να σε ξεπεράσω....δεν γίνεται έτσι...απλά με σκοτώνεις. Δε σταματάω να σκέφτομαι...δε σταματάω να θυμάμαι, δε σταματάω να αγαπάω γαμώτο!!!! Αλλά εσένα αυτή είναι η προστασία σου μάλλον.
Ποτέ ξανά λοιπόν μαζί...
ποτέ...
μαζί σου...
αλλά δεν το αξίζει κανείς από τους δυο μας, να λέμε τόσο βαριά λόγια...
μπορεί κάποια μέρα να το καταλάβεις, ... μπορεί απλά να μη δώσεις σημασία...
να σαι καλά...
από τον άνθρωπο που σε κατάστρεψε ψυχολογικά και σωματικά....
αλλά και από τον άνθρωπο που ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΔΙΠΛΑ, ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ!!!! ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ......ΚΑΘΕ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Άκόμα και αν δε τα κατέφερνε, προσπαθούσε και ήθελε να σου πάρει τον πόνο, την ανησυχία,...το χέρι και να είναι ΔΙΠΛΑ....
ΚΑΙ ΗΜΟΥΝ ρε γαμώτο...ΗΜΟΥΝ και μη προσπαθείς να μου το σβήσεις αυτό!!!
ΗΜΟΥΝ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Ημουν..

Οδυσσέας Ελύτης - Το μονόγραμμα

Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο
Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες


Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς


Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει


Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!

VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.