Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Προσωπική ανάγνωση (Ένα παλιό post...)

Έκλεισε άλλο ένα κουτί. Άλλο ένα κουτί μέσα στο οποίο μάζευε πάλι ό,τι είχε απομείνει από μία ακόμα σχέση, μία ακόμα γυναίκα που πέρασε από τη ζωή του. Όχι μη φανταστείτε πολλές, αλλά όλες είχαν αφήσει το στίγμα τους. Έτσι είχε μάθει έτσι κι αλλιώς. Να τις αφήνει να αφήνουν πίσω τουλάχιστον το στίγμα τους. Είτε έφταιγε είτε όχι, να μπορεί να κλάψει με λυγμούς, να θυμηθεί έντονες στιγμές, να θυμηθεί όνειρα, κοινά αλλά και των συντρόφων του, να μπορεί να νιώσει μυρωδιές ξανά. Να μη μπορεί να επισκεφτεί τα μέρη που είχαν πάει μαζί, περιορίζοντας πλέον καθώς περνούσαν τα χρόνια, τις επιλογές εξόδου του. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ιστορίες της μιας βραδιάς. Δεν του πήγαιναν, δεν ήταν ικανός για αυτές. Απλά και αυτά τα οποία ζητούσε...δε μπορούσε να τα ζητήσει και ίσως να τα ζήσει. Ήταν ανίκανος ίσως.

«Όταν είμαστε ευτυχείς, κυριαρχεί η φαντασία μας. Όταν δυστυχούμε, υπερτερεί η δύναμη της μνήμης»

Πόση αλήθεια περικλείεται σε αυτή τη φράση! Η φαντασία σου αναπνέει, καλπάζει, αφηνιάζει όταν είσαι ευτυχισμένος. Αυτή η φαντασία είναι που μπλέκεται ύστερα με τη μνήμη όταν είσαι δυστυχής και δε αφήνει να ηρεμήσεις, φέρνοντας στο νου όλα όσα δε πραγματοποίησες, δημιουργήματα της φαντασίας σου, όχι μόνο υπερρεαλιστικά, αλλά και πλήρως πραγματοποιήσιμα!

Μάζεψε τις τελευταίες φωτογραφίες, τις τελευταίες κάρτες, το τελευταίο γράμμα δικό του προς αυτή. Μάζεψε τα δώρα. Μάζευε τα κομμάτια του αλλά δεν το καταλάβαινε. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε πως μάζευε όλα αυτά που τον έδεναν με το παρελθόν. Όλα αυτά τα οποία του ξυπνούσαν την μνήμη. Όλα όσα τον κρατούσαν αιχμάλωτο εδώ και δύο μήνες. Μα τί λέω, εδώ και είκοσι χρόνια. Από όταν άρχιζε να καταλαβαίνει τα σημάδια του έρωτα. Απ’ όταν άρχιζε η καρδιά του να πεταρίζει όποτε έβλεπε, τότε την συμμαθήτριά του Φ..
Συνέχιζε να μαζεύει, να σβήνει από τον υπολογιστή... Όχι, όχι οριστικά απλά να «περνάει», όλες τις φωτογραφίες σε οπτικούς δίσκους (τα λεγόμενα και cd/ dvd) για να κρατήσει την ανάμνηση. Μετέφερε και διέγραφε, κείμενο, φωτογραφία, ήχο –όχι όχι ήχο δεν έσβηνε, ο ήχος του θύμιζε αλλά τον βοηθούσε να ταξιδεύει, να ονειρεύεται, πολλές πολλές φορές ίσως να ζει και στο παρελθόν, κόλπο που είχε ξετρυπώσει από ταινίες που έβλεπε, στις οποίες όταν έπαιζε μουσική, οι ήρωες χάνονταν, έβγαιναν έξω από το τώρα και ταξίδευαν στις σκέψεις τους, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον που θα ήθελαν ή στο μέλλον που ήξεραν πως στη πραγματικότητα είχαν.
Πίστευε πως έτσι θα σωθεί. Από τις αναμνήσεις του. Από το παρελθόν του. Από τις σκέψεις του. Από τις ερινύες που τον κυνηγούσαν. Από τα Γιατί. Από τα διότι. Από τις εξηγήσεις. Από τις απαντήσεις. Από τα ερωτήματα και τα ερωτηματικά που συνοδεύονταν σχεδόν ακαριαία από αφοπλιστικές απαντήσεις, τις οποίες καταλάβαινε, αλλά αρνιόταν να δεχτεί μιας και ανακινούσε τα ερωτήματα στη στιγμή, για να δώσει ξανά και ξανά τις ίδιες μονότονες απαντήσεις.
Μάζευε, αλλά πως να μπορέσει να μαζέψει χωρίς να θυμηθεί ξανά. Χωρίς να ανασύρει από τη μνήμη τους τις στιγμές οι οποίες περικλειόντουσαν σε αυτά τα άψυχα αλλά ταυτόχρονα τόσο ζωντανά κομμάτια που προσπαθούσε να κρύψει στην αποθήκη του με την απλοϊκή σκέψη πως θα μπουν στην αποθήκη του μυαλού και της καρδιάς του, ταυτόχρονα σχεδόν. Και θα τον λυτρώσουν. Αλλά πώς να μην ανασύρει, αναμνήσεις, γεύσεις, αρώματα, γέλια, κλάματα, προσδοκίες, όνειρα, την πραγματικότητα την ίδια η οποία αν και ανήκε πλέον στη μνήμη του και μόνο, ήταν τόσο έντονη. Τόσο γλυκόπικρη. Ένιωθε κάθε λεπτό που περνούσε να ερωτεύεται ξανά. Να μαλώνει ξανά. Να χωρίζει ξανά. Να χάνεται ξανά, μέσα στις σκέψεις του.

Είχε έντονα ακόμα τα σημάδια από την ένταση του τελευταίου έρωτα. Χαραγμένα όχι επάνω στο κορμί του ίσως, αλλά σίγουρα στη καρδιά και στο μυαλό και στη ψυχή του. Και αυτό φαινόταν και επάνω στο κορμί του. Το διέκρινες στο βλέμμα του. Το καταλάβαινες στις κινήσεις του. Στις αντιδράσεις του. Στη ζωή του ολόκληρη.
Τα λάθη του, τα έβλεπε εκεί στη γωνία να τον περιμένουν. Δεν είχε πάψει να τα βλέπει ούτε λεπτό. Ούτε στιγμή. Ακόμα και τα όνειρά του ήταν γεμάτα από εικόνες, όχι ονειρικές αλλά πραγματικές. Βίωνε ξανά και ξανά τα λάθη που είχε κάνει. Και τα οποία δεν ήξερε αν ήταν καταλυτικά για το τελείωμα της σχέσης. Για να χάσει τον, άνθρωπο από δίπλα του. Αλλά ήξερε πως υπήρχαν και ούτε τα ίδια τα λάθη είχαν κάποια πρόθεση να εξαφανιστούν αλλά ούτε και ο ίδιος ήθελε να τα ξεχάσει. Έστω και αν προσπαθούσε να ξεχάσει, να ξεπεράσει, να προχωρήσει, δεν ήθελε να ξανακάνει λάθη.. Όχι τα ίδια τουλάχιστον. Όχι τόσο σοβαρά. Μα αμέσως επανερχόταν στη πραγματικότητα, τα λάθη γίνονται. Με άλλη μορφή ίσως, με άλλες αιτίες και αφορμές και ακόμα ακόμα και με άλλες δικαιολογίες, αλλά... ΓΙΝΟΝΤΑΙ.

Συνέχιζε να μαζεύει, με περισσότερο πάθος. Άρχιζε να πετάει τα πράγματα μέσα στο κουτί. Σταμάτησε να τα τοποθετεί με τάξη. Δεν είχε σημασία. Η ζωή του δεν είχε ποτέ τάξη, γιατί να έχουν οι αναμνήσεις του, και ειδικά αυτές που κλείνονται σε ένα κουτί;

Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Οι αναμνήσεις από το καθετί που άγγιζε και προσπαθούσε να απομακρύνει από το παρόν του και να το τοποθετήσει στο κουτάκι της λήθης, τριγυρνούσαν διαρκώς μέσα στο μυαλό του. Κουράστηκε. Άρχισε να κοιτάει το κρεβάτι του. Είχε αρχίσει να μη νιώθει. Άδραξε την ευκαιρία να πάει να κοιμηθεί λοιπόν. Για μία φορά μετά από δύο μήνες περίπου, δεν ένιωθε. Έτρεξε να ετοιμαστεί. Να ξυριστεί όσο γρηγορότερα γινόταν. Να πλύνει τα δόντια όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Να πέσει κάτω από τα παπλώματα όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Άφησε τον εαυτό του να τον νανουρίσει ο ήχος της βροχής που έπεφτε απ’ έξω. Καλοκαιρινή βροχή. Καλοκαιρινή βροχή... Κάτι του θύμιζε αυτό, αλλά όχι σήμερα απλά θα χρησιμοποιούσε αυτόν τον ήχο, αυτήν την αίσθηση για να κοιμηθεί. Να αποκοιμηθεί γαλήνια για μια φορά.
Ναι είχε δίκιο στο ένα μέρος. Αποκοιμήθηκε ακαριαία. Πρώτη φορά χωρίς στριφογυρίσματα. Χωρίς σκέψεις να βασανίζουν το μυαλό του. Χωρίς λάθη να ταλαιπωρούν τη ψυχή του. Δίχως σκέψεις, πρόσωπα και το παρελθόν, αυτό το χωρίς τη θέλησή του αλλά το εξαιτίας του, παρελθόν να ταλανίζει το παρόν του.
Στο άλλο μέρος όμως. Η ψυχή μάλλον δε κοιμάται ποτέ. Ή το υποσυνείδητο. Ή η καρδιά. Διάλεξε και πάρε. Πάλι κατασκήνωσε στα όνειρα του εκείνη. Μόνο που εκείνη την φορά χωρίς να πει τίποτα. Χωρίς να του λέει άφησε με να προχωρήσω. Χωρίς να του λέει κλαίγοντας, δε πάει άλλο. Δίχως να μιλάει. Δεν την έβλεπε ολόκληρη. Έβλεπε τα μάτια, ήξερε πως είναι δικά της. Έβλεπε το στόμα, μπορούσε να αναγνωρίσει τη ζεστασιά που είχε ζήσει μέσα τους. Μπορούσε να διακρίνει την πλάτη της, την υφή του κορμιού της. Το στήθος της, τα πόδια της, το κορμί της. Του ήταν γνώριμα όλα. Και περισσότερο από γνώριμα.. του ήταν οικεία. Ήταν το σπίτι της καρδιάς του. Το ταξιδιάρικο καράβι της ψυχής του.
Όχι δεν έκαναν έρωτα. Απλά την έβλεπε ήρεμη. Μετά από πάρα πολλά όνειρα. Την έβλεπε. Την άγγιζε. Την παρατηρούσε. Την απολάμβανε. Τον ηρέμησε η σκέψη αυτή. Τον ξύπνησε γλυκά, αν και έκανε να ξανακοιμηθεί. Αλλά δε μπορούσε, δεν ήθελε να επιστρέψει στο όνειρο. Κι αν αυτή η ηρεμία έλειπε. Κι αν αυτή η όψη είχε χαθεί ξανά. Όχι προτίμησε να στριφογυρίσει στο κρεβάτι του. Σταμάτησε προς το παράθυρο. Είχε δεν είχε χαράξει απ’ έξω. Άκουγε ακόμα τις ψιχάλες να πέφτουν. Αργά. Ήρεμα και αυτές. Χάιδευαν το παράθυρο. Έκανε να σηκωθεί. Ένιωθε ανάλαφρος. Ήταν λίγες οι φορές που είχε νιώσει έτσι. Θυμόταν την τελευταία εικόνα από το όνειρό του.
Ξεκίνησε να φύγει για τη δουλειά. Με την ομπρέλα κλειστή για να νιώθει την βροχή στο πρόσωπό του. Να νιώθει τις σταγόνες να μπαίνουν κάτω από τα ρούχα του. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη βροχή τελικά. Στη βροχή όλα ξεκίνησαν, στη βροχή όλα τελείωσαν. Η βροχή ήταν το δικό του καθαρτήριο.

Αυτή η σχέση τον είχε γεμίσει με σημάδια. Ήταν τόσο σαρωτικό το πέρασμά της, με καλές και κακές στιγμές, που δεν θα ήταν δυνατό να μην του αφήσει κιόλας. Πάθος ήταν ναι.. μεγάλο, αλλά όχι λάθος. Τέλειωσε ναι αλλά όχι πως δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρξε κάποτε. Τα σημάδια ήταν παντού μέσα του, επάνω του. Ήταν σίγουρος πως δε θα υπάρξει ξανά αυτή η ένταση. Γιατί για μία φορά στη ζωή κάποιου γίνονται όλα σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που γίνονται, χωρίς όμως να είναι. Μία φορά στη ζωή κάποιου υπάρχει τόσο έντονη αυτή η αίσθηση, σαν να μην υπάρχει αύριο. Μιας και στη πραγματικότητα... δεν υπάρχει αύριο. Ζεις το τώρα και όταν το αύριο σε προλαβαίνει και αρχίζεις να κάνεις σχέδια, τότε η αλήθεια είναι αδίστακτη. Σε χτυπάει αλύπητα... Σε βασανίζει όσο περισσότερο γίνεται... Είναι όσο πιο ωμή και άμεση θα μπορούσες ποτέ να τη δεχτείς.

Πόσες φορές της ζήτησε συγνώμη για όλα όσα είχαν γίνει. Πολλές. Αμέτρητες. Δεν είχε σχέση όμως. Όλα όσα θα μπορούσαν να γίνουν αλλά δεν έγιναν και δε θα γίνονταν ποτέ, δεν έγιναν τελικά, ποτέ... Ναι χρησιμοποιούσε πια, τις εκφράσεις της: «Δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά, ΠΟΤΕ ξανά, Εμείς!...» του είχε πει μια μέρα. Είχε δίκιο. Δεν ήταν αυτό που ήθελε η Κ., ούτε αυτός που της άξιζε. Απλά η μοίρα τους είχε επιλέξει για να τους δείξει τί θα μπορούσαν να είχαν, χωρίς όμως να τους πει, πως δε μπορούν να το έχουν. Απλά επειδή στα κατάστιχα της, δεν υπήρχε γραμμένο το Κ+Α= L.F.Ever…… Ήθελε να παίξει μαζί τους. Να τους δείξει ότι υπάρχει αυτό το πράγμα που έλεγαν «ύβρη» οι παλιοί... Όταν προσπαθείς να γίνεις πιο ευτυχισμένος από τους Θεούς. ‘Όταν προσπαθείς να ζήσεις τα πάντα μέχρι το μεδούλι τους. Να τα γευτείς μέχρι την τελευταία σταγόνα τους. Αυτές είναι εμπειρίες μόνο για όσους έχουν το σπίτι τους, στον Όλυμπο. Αστείο αλλά το δικό της σπίτι ήταν πολύ πιο κοντά από το δικό του, στον Όλυμπο. Ίσως να είχε κάνει το παράπτωμα αυτός και να ερωτεύτηκε ένα άπιαστο όνειρο. Ένας απλός θνητός ήταν άλλωστε που νόμισε σε κάποια φάση της ζωής του πως μπορεί να γίνει, θεός. Και στη πορεία έδειξε πως δε μπορεί να αντέξει, όλα όσα αυτό συνεπαγόταν.

Δε γίνεται να ζήσεις τη ζωή σου ολόκληρη, μέρα προς μέρα, σαν να είναι η πρώτη και ταυτόχρονα μέρα προς μέρα, σαν να είναι η τελευταία.
Όταν έκάναν βόλτες ήταν έτσι.
Όταν έκαναν έρωτα ήταν έτσι.
Όταν έκαναν ταξίδια ήταν έτσι.
Όταν κοιμόντουσαν αγκαλιά ήταν έτσι.
Όλη τους η σχέση ήταν έτσι. Σαν να είναι η πρώτη αλλά και η τελευταία μέρα...
Της το είχε πει άλλωστε μια μέρα, μιας και προφανώς η μοίρα του είχε βάλει τις λέξεις της προειδοποίησης στο στόμα και το μυαλό του, αλλά όχι στην καρδιά και την ψυχή του: «Λυπάμαι Κ. μου που δεν έχουμε πολύ περισσότερο χρόνο... να σε χαρώ λίγο περισσότερο...».

Να σβήσεις πράγματα από τη μνήμη σου καμιά φορά είναι δύσκολο, πολύ περισσότερο αν τα έχεις συνδυάσει με ανθρώπους, καταστάσεις, με συναισθήματα. Πόσο μάλλον να σβήσεις ανθρώπους... Αυτοί, οι άνθρωποι δηλαδή, έχουν και ένα άλλο προτέρημα. Αποκτούν θέση και καταλαμβάνουν χώρο, στο μυαλό, την καρδιά, την ψυχή, τα όνειρα, την ζωή την ίδια.
Θυμόταν ακόμα πώς είναι να είναι δίπλα της. Πώς είναι να νιώθει τα μαλλιά της στα χέρια του. Πώς είναι η αίσθηση από την αύρα της, την παρουσία της, την ομιλία της, τον τρόπο που κινείται, που κοιτάει στο χώρο, που ονειρεύεται. Αυτό ειδικά το τελευταίο το θυμόταν πολύ καλά. Κάποιες λίγες, στιγμές ξενοιασιάς, την είχε δει να ονειρεύεται. Την είχε δει να λάμπει. Την είχε άλλωστε αγαπήσει και ερωτευτεί για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Για την ζωή που έβγαζε από μέσα της όταν ονειρευόταν. Άλλο αν ύστερα με τον τρόπο του, την είχε κάνει να ασφυκτιά και όχι να ζει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου