Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Μπροστά από 2 οθόνες

Στέκονται μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή...
Μιλάνε περί ανέμων και υδάτων...
είναι τόσο φυσικό...αλλά και τόσο περίεργο, που δε μπορεί να ακούσει τη φωνή της, δε μπορεί να δει το βλέμμα της όταν χαζογελάνε ή όταν λένε κατι σοβαρό...
βλέπει τα εικονίδια και φαντάζεται...απλά προσπαθεί να ζωγραφίσει την εικόνα στο μυαλό του...
μένει καρφωμένος μπροστά από την οθόνη μη χάσει μια λέξη, ένα θαυμαστικό...
ένα κενό της συζήτησής τους....
της περιέγραφε στιγμές που έχει ζήσει, μακριά της..
προσπαθούσε να μη παραλείψει τίποτα αλλά και να μη της πει πολλά...να μη της προκαλέσει τη μνήμη...
αλλωστε δικιά του ζωή πια...δεν την ενδιέφερε...ίσως απλά προσπαθούσε να γεμίσει το χρόνο της...
αλλά ήταν διαθέσιμος να της τον γεμίσει, με τις ιστορίες του, τη πραγματικότητά του...
της μιλάει, του μιλάει, τον ρωτάει...
τί ωραία που είναι η ζωή...τί ωραία που πρέπει να είναι...
και μιλάνε...αυτή είναι αλλού...φαίνεται, το καταλαβαίνει, αλλά το μερίδιο που του αναλογεί δε το αφήνει να πάει χαμένο...το μερίδιο που του αναλογεί έστω από την συνομιλία τους, την...τυπική επαφή τους...
περίμενε τόσες νύχτες...επιτέλους...αν και...
αν και......
ρουφούσε τη κάθε κουβέντα, τη κάθε λέξη, τη κάθε έκφραση του προσώπου...

Σκόρπιες σκέψεις

Ένα ακόμα βράδυ, κλεισμένος μέσα στα νοητά όρια του μυαλού του. Να σκέφτεται τί δεν έχει ζήσει, τί του λείπει, αλλαγές που πρέπει να κάνει...
Αλλαγές που κάνει...
Υπερβάσεις, υποχωρήσεις...
έτσι είναι η ζωή... μια φράση σχεδόν μοιρολατρική αλλά πολύ πολύ βοηθητική σε περιπτώσεις που θες να πείσεις τον εαυτό σου να προχωρήσει...
Ένιωθε ακόμα για έναν άνθρωπο που νόμιζε πως κάποτε γνώρισε, αλλά μάλλον είχε πλάσει στη φαντασία του...
Για να καλύψει την μοναξιά του, τον φόβο του...

Σε αγαπώ άγνωστη κι ας μη σε γνώρισα ποτέ...κι ας μη με γνώρισες ποτέ...σιγομουρμούρησε...

καληνύχτα...

Στίχοι...

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος - Γιάννης Ρίτσος

"...Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου.... "

"...Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω. Άφησε με να έρθω μαζί σου.... "

Είμαι ένας άγνωστος, γνώρισέ με...της φώναξε σαν να ήταν δίπλα του για να τον ακούσει ή κάπου γύρω, κοντά για να ακούσει τη φωνή του..να προσπαθεί να βγάλει όλα όσα έκρυβε επιμελώς πλέον η ψυχή του...

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Μία ακόμα μέρα

Η μέρα του δε περνούσε... το είχε ξαναπεράσει, και σήμερα όπως και αρκετές φορές την ημέρα, ένιωθε ένα κόμπο.. Στη καρδιά, στον λαιμό, στη ψυχή... Σήμερα είπε να κάνει το μεγάλο βήμα... δεν έπρεπε, αλλά δε μπορούσε να το κρατήσει, άκουγε τους σφυγμούς του να ξεπερνούν πολλά ντεσιμπέλ... ίδρωνε, άλλαζε θέση στη καρέκλα, το μυαλό του τριγυρνούσε αλλού...
Σήκωσε το τηλέφωνο... σχηματίστηκε ένα ...χαμόγελο θα το έλεγε κάποιος,... και η καρδιά πήγαινε να σπάσει από το χτύπημα...
Άκουσε τη φωνή της στην άλλη άκρη του ακουστικού...μετά από το πρώτο ξάφνιασμα..."τί κάνεις;" χαμογελούσε, του χαμογελούσε, της χαμογελούσε, δεν είχε σημασία... μιλάγανε, γελάγανε, δημιουργούσε μια ψευδαίσθηση, για να πάρει δυνάμεις, το ήξερε αυτό... αλλά του ήταν αρκετό... μιλήσανε, γελάσανε, ανασάνανε μαζί... μαζί, ταυτόχρονα, συμπληρωματικά, μαζί...
Έκλεισαν, του τηλεφώνησε αυτή, συνέχισαν το παιχνίδι, γνώριμο και στους δύο, ειδικά μεταξύ τους. Από εκεί άλλωστε ξεκίνησαν όλα και στη μεταξύ τους σχέση.. Μίλαγαν... για διάφορα θέματα, όχι για πολύ "επικίνδυνα" θέματα...αλλά μίλαγαν...
Και κλείσανε, καλά... και είχε ένα χαμόγελο....
Μπήκε στο ίντερνετ, κοίταξε το ημερολόγιό του, είδε κάποιον μέσα, και το μυαλό του πήγε κατευθείαν σε εκείνη, δε σκέφτηκε τίποτα, παρά μόνο τον αριθμό του τηλεφώνου...μετά από 5 μήνες, και μετά από μία ζωή να ήταν, πάλι θα το θυμόταν...ήταν όλα γραμμένα, σημειωμένα ανεξίτηλα, στη ψυχούλα του...
Κι εκεί επανήλθε...στη πραγματικότητα...
Κι εκεί είπανε πράγματα πιο δικά τους...που πονούσαν, στεναχωρούσαν, κάναν τον κόμπο στο λαιμό, λυγμό...το σφίξιμο στη καρδιά, δάκρυ, τη γεμάτη ψυχή, την άδειαζαν και τη γέμιζαν με τύψεις, γιατί, αμέτρητα και αμείλικτα...
Αλλά και μια ηρεμία από μέρους της που του έλεγε για άλλη μια φορά... "ΠΟΤΕΕΕΕΕΕΕ ΞΑΝΑ"....... ποτέ...
Κάθισε παραπάνω στη δουλειά... Δεν είχε λόγο να βιαστεί, κανείς δεν τον περίμενε. Μόνο προβλήματα. Και μόνος, χωρίς αυτήν δεν ήθελε να αντιμετωπίζει, αλλά το έκανε...κάθε μέρα και αυτός. Αλλά ήταν δικιά του υπόθεση...κανείς πλέον δεν ήξερε...είχε σταματήσει να μοιράζεται...δεν τον έβγαζε πουθενά, κανείς δεν είχε χρόνο, διάθεση, χώρο...
Είχε ένα όμορφο αεράκι, στο γυρισμό...
Είχε κατεβάσει το βλέμμα του, αν και έτσι κι αλλιώς, δεν έβλεπε τίποτα...δεν μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα, χαρακτηριστικά...δεν ήθελε κιόλας.... γιατί πάλι θα έβλεπε παντού, εκείνη.
Περπάτησε, του είχε πει πως αυτό της είχε λείψει, οι βόλτες, αυτός κατάλαβε οι βόλτες μαζί... και είπε να κάνει μία μεγάλη. Ξεκίνησε από την ομόνοια, περπάτησε στην Αιόλου, ζευγαράκια που περνάγανε χέρι χέρι, και βλέμμα καρφωμένο το ένα επάνω στο άλλο, δεν τα έβλεπε....αλλά τα ένιωθε, ένιωθε την αύρα τους να περνάει από δίπλα...
Το αεράκι συνέχισε να φυσάει...έφτασε στον προορισμό του. Πήρε το ασανσέρ, πάτησε το κίτρινο κουμπάκι του ορόφου του. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, προχώρησα μέσα στο διάδρομο, πέρασε από το σαλόνι, χαιρέτησε από μέσα του, απ' έξω του, ούτε ο ίδιος ούτε οι υπόλοιποι κατάλαβαν...Κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Γδύθηκε, δροσίστηκε κάνοντας ένα χλιαρό ντους, προσπαθώντας να μη σκέφτεται...προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό του...είχε γεμίσει για σήμερα...με όλα τα δικά του, με τα δικά της, με τα δικά τους...
Άνοιξε τον υπολογιστή του και τον άφησε ανοιχτό, έτσι όπως κάνει κάθε βράδυ, μήπως και ακούσει μια της κουβέντα...μήπως πεταχτεί ένα παραθυράκι που του λέει... "γεια σου"... Στιγμή ευτυχίας για αυτόν...
Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, έχοντας το παράθυρο ανοιχτό ώστε να τον χτυπάει το δροσερό αεράκι...δε θα έκλεινε τα παντζούρια σήμερα...ήθελε να γίνει ένα με την νύχτα, να την αφήσει να έρθει και να τον αγκαλιάσει και ίσως να τον προστατέψει από όλες του τις σκέψεις...τις ανησυχίες, τις προσδοκίες, τα όνειρα...όνειρα...
ό...νει....ρα
....
Ξαφνικά εκεί που πίνει τον καφέ του, βλέπει ένα πρόσωπο..δεν του λέει τίποτα αλλά είναι τόσο οικείο, τόσο ζεστό... Ψάχνει να βρει θέση, αλλά το καφέ είναι γεμάτο...
Παραμερίζει την εφημερίδα του και χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώνεται και της προτείνει να κάτσει μαζί του..σε λίγο θα τελειώσει τον καφέ του και θα φύγει αν την ενοχλεί, αλλά...αλλά ας μοιραστούν λίγο 2 καρέκλες κι ένα τραπεζάκι...ίσως και δύο κουβέντες...
Το άλλο πρόσωπο, βρήκε γλυκιά την προσέγγισή του...Της θύμισε...παραμύθι...δε δίστασε πολύ ακόμα...ήθελε να μάθει τον άγνωστο...
φαινόταν ενδιαφέρων...όχι όμορφος ή γοητευτικός, αλλά ενδιαφέρων..
Ήταν εκεί μπροστά της, την κοίταζε στα μάτια και...αυτό ήταν ξεκίνησαν να μιλάνε...
Ξεκίνησαν όπως οι διψασμένοι που βρίσκουν μια πηγή και πίνουν μέχρι να φουσκώσουν και πίνουν και αφού φουσκώσουν από το νερό...και πάλι διψάνε για τη γεύση του...
και μιλάγανε...και λέγανε για τα πάντα...και γνωρίζονταν. Μάθαιναν ο ένας τον άλλο. Είχαν το χρόνο και τη διάθεση πλέον...
Μιλάμε μια ώρα τώρα...το όνομά σου;
μααααα νόμιζα πως το ήξερες...το ένιωθες, σαν τί θα με έκανες...;
σαν τί θα σε έκανα...χμμμμ...σαν κάτι μαγευτικό...
καλά το πάς....
μαγευτικό αλλά και προσγειωμένο...
ναι προσγειωμένο όταν πρέπει, γιατί θέλω να είμαι κοντά στη πραγματικότητά, στηρίζομαι στα πόδια μου αλλά μου αρέσει να με προσέχουν και ας μπορώ να το κάνω και μονάχη μου...συνέχισε...
Το όνομά σου θα ήταν ανάλογο του μυστηρίου που περιβάλλει αυτή τη συνάντησή μας, αλλά και της δύναμης που έχει αναπτύξει η συζήτησή μας, μιας και λέμε τα πάντα και για τα πάντα...
Για τα πάντα...ΠΟΤΕ....τα πάντα...πάντα...
χμμμ
χμμμ...
θα σε έλεγαν ίσως...Κλεοπάτρα και οι φίλοι θα σε φώναζαν Κλειώ...
Διάνα....
αλήθεια;
ναι σου λέω...
άστο καλό...εεε λοιπόν ήταν γραφτό από κάποια προηγούμενη ζωή να σε γνωρίσω τότε...
μμμμμ...μπορεί...πρέπει να φύγω τώρα....
μα κάτσε μόλις γνωριστήκαμε...
ναι αλλά...μου έχουν πει ΠΟΤΕ να μη μιλάω με ξένους...
μα γνωριστήκαμε...
ναι αλλά ΠΟΤΕ....
....
σηκώθηκε από το κρεββάτι, είδε τη φιγούρα της να χάνεται στο σκοτάδι, καθώς άνοιγαν τα μάτια του...
...
που πας; μη φεύγεις σε παρακαλώ...συγνώμη...δε θέλω να ξέρω το όνομά σου....
να σε γνωρίσω θέλω...δε με ενδιαφέρουν ονόματα, παρελθόν, με ενδιαφέρεις εσύ...να μάθω εσένα...θέλω και μπορώ να το κάνω...μη......
άκουσε μια λέξη......ΚΑΠΟΤΕ, ΠΟΤΕ, δε μπόρεσε να καταλάβει...
γύρισε δίπλα του...ένα ποτήρι νερό....το ήπιε μονορούφι...τόσο πόθο, σαν να είναι διψασμένος....σαν να είναι η ψυχή του διψασμένη..
ήταν διψασμένη....γιατί ήταν άδεια....και ΠΟΤΕ ξανά δε θα γέμιζε...
Να είσαι καλά όπου και να'σαι....μου λείπεις....σε αγαπώ...
έκλεισε τα μάτια του γρήγορα γρήγορα, μήπως την προλάβει...στο καφενεδάκι...

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

I am tired and i crawl back into your arms, in my dreams

...i erase everything and i make a new start, crawling into your arms..

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

The truth is

and the truth is, i miss you, and I'm tired...
and i miss you,....
and
i am tired.....

So i go back into your arms...yes i crawl back into your arms...

and i miss you...................

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Κλεψύδρα


"...Επιστρέφω σε λίγο, την αλήθεια θα μάθω να κρύβω, και να παίζω το παράξενο παιχνίδι της ζωής..." έτσι μονολόγησε κι έπεσε να κοιμηθεί, με χίλια δυο πράγματα να του απασχολούν τη σκέψη του, αλλά με τη θέληση να αρχίσει να ξεκουράζεται σιγά σιγά, απ' όλα..

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Αναπάντητες κλήσεις

Τα φώτα έσβησαν και η σκηνή φωτίστηκε... Παρουσιάστηκε στη σκηνή, ξυπόλυτη...
ένα απαλό αεράκι, πλημμύρισε το θέατρο...έκλεισε τα μάτια, ακούγοντας την απαλή της φωνή...ανατρίχιασε, ρίγος τον έπιασε σε κάθε εκατοστό του κορμιού του, η ψυχή του όλη ένιωθε πως θα πεταχτεί έξω...δεν είχε εικόνα, αλλά ένιωθε...αναμνήσεις! ένιωθε, γιατί ζούσαν μέσα του...Ζούσε αυτή μέσα του...Η μεγάλη του αγάπη.
...
...
...
Η συναυλία έληξε και 3 αναπάντητες, άγνωστες κλήσεις στο κινητό του, ήρθαν να του πουν καληνύχτα...ή έτσι θα ήθελε να συμβαίνει...
Οι σκέψεις δε θα τον άφηναν ούτε σήμερα σε χλωρό κλαρί...
καληνύχτα...

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Φεγγάρι

Ένα φεγγάρι κι ένα τραγούδι έφτανε, για να του τη φέρει ξανά στο μυαλό. Το είχε ξαναπεράσει, πολλές φορές...αρκετές τουλάχιστο.
Το φεγγάρι το θυμόταν από όταν ήταν στο στρατό και ήταν χώρια, το κοίταγε και είχε αποκτήσει τη μορφή της...
Αλλά και τώρα, πάλι τη μορφή της είχε. Πάντα είχε και θα είχε τη μορφή της. Τόσο όμορφη, τόσο γαλήνια, τόσο φωτεινή, τόσο... τόσο, σαν και αυτή..
Ένα τραγούδι που του θα του έδινε μια ελπίδα...
Έλα. έλα πίσω να μου κλείσεις το φώς ...να κοιμηθώ. Πολλές φορές είχε κλείσει το φως να κοιμηθούν στη κρεββατοκάμαρά της, όταν ήταν ακόμα ... κρεββατοκάμαρά τους!
Και εκεί με όσο φως είχε απομείνει, όσο μπορούσαν να μικρύνουν οι κόρες των ματιών του, έβλεπε τις σκιές επάνω στο πρόσωπό της. Παρατηρούσε, σαν τοπογράφος για το δικό της πρόσωπο, για το δικό της κορμί. Είχε "χαρτογραφήσει" και τη παραμικρή της λεπτομέρεια, αλλά και πάλι όχι όλα...νόμιζε πως είχε χρόνο να το κάνει...στο μέλλον...
Πάλι χάθηκε στις σκέψεις του, στις σκέψεις που περιστρέφονταν πάλι γύρω από εκείνη, ή καλύτερα γύρω....από την έλλειψη της ... παρουσίας της.
Κοίταξε το φεγγάρι άλλη μια φορά, να δει το πρόσωπό της, να της πει καληνύχτα. Ήθελε να της πει, πως την αγαπάει και να κλείσει το διακόπτη, να τη δει να κοιμάται, στην αγκαλιά του. Στη ζωή του. Στο κρεββάτι τους...
Μια τελευταία ματιά, μία βαθιά ανάσα, ένα αααχχχ που βγήκε από τα χείλη της ψυχής του..
Έτρεξε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό, να δροσίσει την ταλαιπωρημένη του ψυχή...να σβήσει τη φωτιά του έρωτα που έκαιγε στο κομμάτι της καρδιάς του που τώρα πια ήταν άδειο, μιας και αυτή δεν ήταν εκεί, και δε θα ήταν ποτέ ξανά.
Ξάπλωσε στο κρεββάτι, με μία μόνο εικόνα...του φεγγαριού που σε λίγες μέρες, ώρες, θα ήταν γεμάτο, σε αντίθεση με τη ζωή του, που ήταν άδεια...πλέον.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Το τηλέφωνο χτυπά...

Αρκούσε ένα τηλέφωνο και η φωνή της στην άλλη άκρη του ακουστικού για να τον κάνει να γυρίσει πίσω....κάποιους μήνες πίσω...κάποιες αναμνήσεις να του εμφανιστούν μπροστά στα μάτια του, μια ανεξήγητη και ανόητη προσδοκία πως όλα θα γίνουν πάλι όπως παλιά.. Θα ξαναήταν μαζί, οι δυο τους πάλι, μετά από τη περιπλάνησή τους...
Στο άκουσμα του κινητού να χτυπάει, ήταν σαν να χτύπαγε δυνατά η καρδιά του και να έλεγε, σήκωσέ το, απάντησε...
Το κινητό σταμάτησε να χτυπά, το νούμερο αν και δεν είχε κάτοχο, του έλεγε, πάρε με, μην με αφήσεις αναπάντητο, μάθε τίνος είμαι...
Και δεν άφησε ευκαιρία, πήρε κατευθείαν...
Και να, απάντησε μια γνωστή φωνή...
Η ίδια φωνή που όταν κάναν έρωτα του έλεγε λόγια αγάπης και αφοσίωσης, η ίδια φωνή που του έλεγε ότι δε μπορεί άλλο, η ίδια φωνή που ήξερε μέσα του, πως ήταν η φωνή που ήθελε να ακούει για το υπόλοιπο της ζωής του, αλλά δεν ... δεν θα είχε αυτή την ευκαιρία ποτέ, ΠΟΤΕ ξανά στη ζωή του...
Ααααχχχ, τα πόδια του κοπήκαν, η ανάσα άρχισε να βγαίνει δύσκολα, αλλά με γρήγουρους ρυθμούς....
Ήθελε να κλείσει για να μην το πιάσουν τα δάκρυα, αλλά δεν ήθελε να σταματήσουν να μιλάνε ΠΟΤΕ...
Η καρδιά του χτυπούσε σταθερά, γρήγορα, δυνατά... Σαν να την ερωτευόταν ξανά...σαν να είχε καταλάβει πως το άλλο της μισό βρίσκεται μια τηλεφωνική γραμμή μακριά...αλλά και πολύ πολύ βαθιά πίσω στο παρελθόν....με καμία ελπίδα για το μέλλον, ΠΟΤΕ ξανά..
Είχε καιρό να την ακούσει και η ευκαιρία με τα γενέθλιά της είχε δωθεί, αλλά είχε αποφασίσει πως δε θα την έπαιρνε τηλέφωνο. Ήξερε τί θα σήμαινε για αυτόν να ακούσει τη φωνή της ξανά..θα συνοδευτόταν απο την εικόνα της στο μυαλό του, τις αναμνήσεις που θα πλυμμήριζαν ξανά τη ζωή του, το ΠΟΤΕ που τον έχει στοιχειώσει...και υπήρχε και η πιθανότητα να μη σηκώσει το τηλέφωνο...που πάλι δε θα το άντεχε...
Τόσο καιρό είχε γίνει πλέον καλά....
Όχι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ, αλλά καλά, υγιής δηλαδή, το οποίο ήταν και το πιο σημαντικό.
αλλά φυσικά έλειπε...του έλειπε η παρουσία της...η αγάπη της, το συναίσθημά της, τα λόγια της, το άγγιγμα της, η παρεούλα τους,...η παρεούλα τους....ήταν άλλωστε το άλλο του μισό, το οποίο όμως ήταν πολύ καλό για αυτόν....