Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Μία ακόμα μέρα

Η μέρα του δε περνούσε... το είχε ξαναπεράσει, και σήμερα όπως και αρκετές φορές την ημέρα, ένιωθε ένα κόμπο.. Στη καρδιά, στον λαιμό, στη ψυχή... Σήμερα είπε να κάνει το μεγάλο βήμα... δεν έπρεπε, αλλά δε μπορούσε να το κρατήσει, άκουγε τους σφυγμούς του να ξεπερνούν πολλά ντεσιμπέλ... ίδρωνε, άλλαζε θέση στη καρέκλα, το μυαλό του τριγυρνούσε αλλού...
Σήκωσε το τηλέφωνο... σχηματίστηκε ένα ...χαμόγελο θα το έλεγε κάποιος,... και η καρδιά πήγαινε να σπάσει από το χτύπημα...
Άκουσε τη φωνή της στην άλλη άκρη του ακουστικού...μετά από το πρώτο ξάφνιασμα..."τί κάνεις;" χαμογελούσε, του χαμογελούσε, της χαμογελούσε, δεν είχε σημασία... μιλάγανε, γελάγανε, δημιουργούσε μια ψευδαίσθηση, για να πάρει δυνάμεις, το ήξερε αυτό... αλλά του ήταν αρκετό... μιλήσανε, γελάσανε, ανασάνανε μαζί... μαζί, ταυτόχρονα, συμπληρωματικά, μαζί...
Έκλεισαν, του τηλεφώνησε αυτή, συνέχισαν το παιχνίδι, γνώριμο και στους δύο, ειδικά μεταξύ τους. Από εκεί άλλωστε ξεκίνησαν όλα και στη μεταξύ τους σχέση.. Μίλαγαν... για διάφορα θέματα, όχι για πολύ "επικίνδυνα" θέματα...αλλά μίλαγαν...
Και κλείσανε, καλά... και είχε ένα χαμόγελο....
Μπήκε στο ίντερνετ, κοίταξε το ημερολόγιό του, είδε κάποιον μέσα, και το μυαλό του πήγε κατευθείαν σε εκείνη, δε σκέφτηκε τίποτα, παρά μόνο τον αριθμό του τηλεφώνου...μετά από 5 μήνες, και μετά από μία ζωή να ήταν, πάλι θα το θυμόταν...ήταν όλα γραμμένα, σημειωμένα ανεξίτηλα, στη ψυχούλα του...
Κι εκεί επανήλθε...στη πραγματικότητα...
Κι εκεί είπανε πράγματα πιο δικά τους...που πονούσαν, στεναχωρούσαν, κάναν τον κόμπο στο λαιμό, λυγμό...το σφίξιμο στη καρδιά, δάκρυ, τη γεμάτη ψυχή, την άδειαζαν και τη γέμιζαν με τύψεις, γιατί, αμέτρητα και αμείλικτα...
Αλλά και μια ηρεμία από μέρους της που του έλεγε για άλλη μια φορά... "ΠΟΤΕΕΕΕΕΕΕ ΞΑΝΑ"....... ποτέ...
Κάθισε παραπάνω στη δουλειά... Δεν είχε λόγο να βιαστεί, κανείς δεν τον περίμενε. Μόνο προβλήματα. Και μόνος, χωρίς αυτήν δεν ήθελε να αντιμετωπίζει, αλλά το έκανε...κάθε μέρα και αυτός. Αλλά ήταν δικιά του υπόθεση...κανείς πλέον δεν ήξερε...είχε σταματήσει να μοιράζεται...δεν τον έβγαζε πουθενά, κανείς δεν είχε χρόνο, διάθεση, χώρο...
Είχε ένα όμορφο αεράκι, στο γυρισμό...
Είχε κατεβάσει το βλέμμα του, αν και έτσι κι αλλιώς, δεν έβλεπε τίποτα...δεν μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα, χαρακτηριστικά...δεν ήθελε κιόλας.... γιατί πάλι θα έβλεπε παντού, εκείνη.
Περπάτησε, του είχε πει πως αυτό της είχε λείψει, οι βόλτες, αυτός κατάλαβε οι βόλτες μαζί... και είπε να κάνει μία μεγάλη. Ξεκίνησε από την ομόνοια, περπάτησε στην Αιόλου, ζευγαράκια που περνάγανε χέρι χέρι, και βλέμμα καρφωμένο το ένα επάνω στο άλλο, δεν τα έβλεπε....αλλά τα ένιωθε, ένιωθε την αύρα τους να περνάει από δίπλα...
Το αεράκι συνέχισε να φυσάει...έφτασε στον προορισμό του. Πήρε το ασανσέρ, πάτησε το κίτρινο κουμπάκι του ορόφου του. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, προχώρησα μέσα στο διάδρομο, πέρασε από το σαλόνι, χαιρέτησε από μέσα του, απ' έξω του, ούτε ο ίδιος ούτε οι υπόλοιποι κατάλαβαν...Κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Γδύθηκε, δροσίστηκε κάνοντας ένα χλιαρό ντους, προσπαθώντας να μη σκέφτεται...προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό του...είχε γεμίσει για σήμερα...με όλα τα δικά του, με τα δικά της, με τα δικά τους...
Άνοιξε τον υπολογιστή του και τον άφησε ανοιχτό, έτσι όπως κάνει κάθε βράδυ, μήπως και ακούσει μια της κουβέντα...μήπως πεταχτεί ένα παραθυράκι που του λέει... "γεια σου"... Στιγμή ευτυχίας για αυτόν...
Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, έχοντας το παράθυρο ανοιχτό ώστε να τον χτυπάει το δροσερό αεράκι...δε θα έκλεινε τα παντζούρια σήμερα...ήθελε να γίνει ένα με την νύχτα, να την αφήσει να έρθει και να τον αγκαλιάσει και ίσως να τον προστατέψει από όλες του τις σκέψεις...τις ανησυχίες, τις προσδοκίες, τα όνειρα...όνειρα...
ό...νει....ρα
....
Ξαφνικά εκεί που πίνει τον καφέ του, βλέπει ένα πρόσωπο..δεν του λέει τίποτα αλλά είναι τόσο οικείο, τόσο ζεστό... Ψάχνει να βρει θέση, αλλά το καφέ είναι γεμάτο...
Παραμερίζει την εφημερίδα του και χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώνεται και της προτείνει να κάτσει μαζί του..σε λίγο θα τελειώσει τον καφέ του και θα φύγει αν την ενοχλεί, αλλά...αλλά ας μοιραστούν λίγο 2 καρέκλες κι ένα τραπεζάκι...ίσως και δύο κουβέντες...
Το άλλο πρόσωπο, βρήκε γλυκιά την προσέγγισή του...Της θύμισε...παραμύθι...δε δίστασε πολύ ακόμα...ήθελε να μάθει τον άγνωστο...
φαινόταν ενδιαφέρων...όχι όμορφος ή γοητευτικός, αλλά ενδιαφέρων..
Ήταν εκεί μπροστά της, την κοίταζε στα μάτια και...αυτό ήταν ξεκίνησαν να μιλάνε...
Ξεκίνησαν όπως οι διψασμένοι που βρίσκουν μια πηγή και πίνουν μέχρι να φουσκώσουν και πίνουν και αφού φουσκώσουν από το νερό...και πάλι διψάνε για τη γεύση του...
και μιλάγανε...και λέγανε για τα πάντα...και γνωρίζονταν. Μάθαιναν ο ένας τον άλλο. Είχαν το χρόνο και τη διάθεση πλέον...
Μιλάμε μια ώρα τώρα...το όνομά σου;
μααααα νόμιζα πως το ήξερες...το ένιωθες, σαν τί θα με έκανες...;
σαν τί θα σε έκανα...χμμμμ...σαν κάτι μαγευτικό...
καλά το πάς....
μαγευτικό αλλά και προσγειωμένο...
ναι προσγειωμένο όταν πρέπει, γιατί θέλω να είμαι κοντά στη πραγματικότητά, στηρίζομαι στα πόδια μου αλλά μου αρέσει να με προσέχουν και ας μπορώ να το κάνω και μονάχη μου...συνέχισε...
Το όνομά σου θα ήταν ανάλογο του μυστηρίου που περιβάλλει αυτή τη συνάντησή μας, αλλά και της δύναμης που έχει αναπτύξει η συζήτησή μας, μιας και λέμε τα πάντα και για τα πάντα...
Για τα πάντα...ΠΟΤΕ....τα πάντα...πάντα...
χμμμ
χμμμ...
θα σε έλεγαν ίσως...Κλεοπάτρα και οι φίλοι θα σε φώναζαν Κλειώ...
Διάνα....
αλήθεια;
ναι σου λέω...
άστο καλό...εεε λοιπόν ήταν γραφτό από κάποια προηγούμενη ζωή να σε γνωρίσω τότε...
μμμμμ...μπορεί...πρέπει να φύγω τώρα....
μα κάτσε μόλις γνωριστήκαμε...
ναι αλλά...μου έχουν πει ΠΟΤΕ να μη μιλάω με ξένους...
μα γνωριστήκαμε...
ναι αλλά ΠΟΤΕ....
....
σηκώθηκε από το κρεββάτι, είδε τη φιγούρα της να χάνεται στο σκοτάδι, καθώς άνοιγαν τα μάτια του...
...
που πας; μη φεύγεις σε παρακαλώ...συγνώμη...δε θέλω να ξέρω το όνομά σου....
να σε γνωρίσω θέλω...δε με ενδιαφέρουν ονόματα, παρελθόν, με ενδιαφέρεις εσύ...να μάθω εσένα...θέλω και μπορώ να το κάνω...μη......
άκουσε μια λέξη......ΚΑΠΟΤΕ, ΠΟΤΕ, δε μπόρεσε να καταλάβει...
γύρισε δίπλα του...ένα ποτήρι νερό....το ήπιε μονορούφι...τόσο πόθο, σαν να είναι διψασμένος....σαν να είναι η ψυχή του διψασμένη..
ήταν διψασμένη....γιατί ήταν άδεια....και ΠΟΤΕ ξανά δε θα γέμιζε...
Να είσαι καλά όπου και να'σαι....μου λείπεις....σε αγαπώ...
έκλεισε τα μάτια του γρήγορα γρήγορα, μήπως την προλάβει...στο καφενεδάκι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου