Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Χόρεψε μαζί μου...

Μία ταράτσα, δύο ζευγάρια χέρια, ένα φεγγάρι, ένα δροσερό καλοκαιρινό αεράκι, δύο σταγόνες αμηχανίας, και δυο ζευγάρια μάτια, μια να κοιτάνε το ένα το άλλο και μια να κοιτάνε το πάτωμα, τα βήματα, τις σκιές.
Το σκηνικό είχε στηθεί.
Οι πρωταγωνιστές ήταν απροετοίμαστοι αλλά σφουγγάρια, έτοιμα να ρουφήξουν όλες τις εικόνες και τις κινήσεις του κόσμου και να τις επαναλάβουν με απόλυτη προσήλωση σαν να τις έχουν αφομιώση στο DNA τους εδώ και καιρό...
Άρχισαν δειλά δειλά. Ένα βήμα, ένα δύο, ένα δύο τρία και πάλι από την αρχή.
Δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο τα ζευγάρια μάτια καθώς ανοιγόκλειναν ψάχνωντας διαρκώς να βρουν την επόμενη κίνηση και μη χάσουν το συχρονισμό τους οι δύο σκιές.
Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν φωνές, γέλια, τηλεόραση..
Από μια ανοιχτή πόρτα ακουγόταν ο ήχος του ασανσερ να πηγαίνει επάνω κάτω ανάλογα με τις επιθυμίες των επισκεπτών και των κατοίκων, αλλά και των..περαστικών.
Από ένα ανοιχτό παράθυρο στον ουρανό όμως ακουγόταν ένας ρυθμός.
Μόνο για αυτή την ταράτσα.
Ταυτόχρονα, σιωπή και συγκέντρωση.
Όσο περνούσε ο καιρός, τα βήματα και οι κινήσεις γίνονταν πιο συστηματικά, πιο συγχρονισμένα, πιο...ένα.
Κάποιες στιγμές ένα πνιγμένο γέλιο ακουγόταν, αλλά μετά πάλι από την αρχή...
Ένα, ένα δύο, ένα δύο τρία και ένα, ένα...
...
Το φεγγάρι φώτιζε και παρακολουθούσε.
...
Η πόρτα της ταράτσας έκλεισε πίσω τους.
Η νύχτα σκοτίνιασε. Το παράθυρο των γειτόνων έκλεισε και οι φωνές τους χαμήλωσαν. Το ασανσερ είχε μειώσει τις μετακινήσεις του.
Πλέον ακούγονταν μόνο τα μάτια που ανοιγόκλειναν. Ακουγόνταν και μία ανάσα. Μία ανάσα από δύο στόματα... Με ένταση. Μία ανάσα.
Και μετά,...,τίποτα.
Τί λες χορεύουμε..