Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Παλιές ξεθωριασμένες εικόνες...

«Όλη η παρέα μπήκε στο σπίτι. Έξω έβρεχε καρέκλες. Όλοι στάζαν από πάνω μέχρι κάτω, και από έξω μέχρι μέσα. Έβγαλε μια μπλούζα να του δώσει. Μόλις έβγαλε τα ρούχα του να αλλάξει, είδε πως αυτά δεν ήταν πλέον υγρά. Είχαν στεγνώσει επάνω σε ένα κορμί το οποίο έκαιγε...»

----.----

«Μπήκε μέσα της, μετά από δε ξέρω κι εγώ πόσες προσπάθειες. Είχαν μόλις γυρίσει από μια μεγάλη βόλτα. Περπάταγαν, μιλάγαν και σιγοκαίγαν οι ψυχές, τα χείλη, τα χέρια, τα σώματα. Μπήκε μέσα της και έμεινε εκεί, μέχρι αυτή να τελειώσει. Μέχρι να νιώσει μέχρι και το τελευταίο ρίγος που διαπερνούσε το κορμί της. Αυτός απλά περίμενε. Κάποιες φορές περίμενε μέχρι να τελειώσουν μαζί. Ήταν πλέον δικιά (?!) του ή τουλάχιστον ήταν το κορμί της. Και ήθελε ασυναίσθητα να το χαρεί. Σαν να μην υπήρχε αύριο. Σαν να μην υπήρχε καν το σήμερα. Σαν να μη τον ζούσε μαζί της. Σαν να ήταν ακόμα μια φορά που την έβαλε από μόνος του στα όνειρά του, αλλά που πλέον όταν ξυπνούσε θα την έβλεπε εκεί δίπλα του. Δεν ήθελε να το χάσει αυτό. Μετά από μία ολόκληρη μέρα και νύχτα έρωτα, αποκοιμήθηκαν. Αυτός προσπαθούσε, έκλεινε τα μάτια, αλλά τα άνοιγε αμέσως αναζητώντας το γυμνό της κορμί και την κλειστή της ψυχή. Ήθελε να είναι διαφορετικά από τα όνειρά του. Να μείνει ξύπνιος δίπλα της. Και έμεινε μέχρι το μεσημέρι της επόμενης, που την πήγε να φύγει στο σταθμό. Θα μέναν χώρια για 3 μέρες, αλλά αυτός δε μπορούσε να αντέξει ούτε 3 δεύτερα. Ταξίδευε με το τρένο και αυτός ταξίδευε μαζί της. Αυτή ταξίδευε αλλού... Πιο μακριά από όσο αυτός νόμιζε...»

---.---

«Έκλεισαν το τηλέφωνο. Τα είχε καταλάβει όλα ή τουλάχιστον τα είχε υποπτευθεί. Αυτός είχε αφήσει μια άλλη ζωή για να είναι μαζί της και αυτή δε μπορούσε να αφήσει την παλιά της ζωή αν και ήταν μαζί του. Μετά από λίγες ώρες χτυπάει το τηλέφωνό του...:
-θα μου ανοίξεις;
-που είσαι;
-από κάτω από το σπίτι σου....
Έτρεξε κάτω πετώντας...
Πήρε την τσάντα της, γέλαγε από ευτυχία που την είχε κοντά του, αλλά δεν ήθελε να το δείξει. Είχε ακόμα ελπίδες πως ήταν δικιά του. Αυτός ήταν εδώ και καιρό δικός της..
Μπήκε στο σπίτι και την πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του να ξεκουραστεί γιατί φαινόταν καταβεβλημένη. Πήρε και την καλύτερή της φίλη να έρθει να την δει. Την επόμενη φεύγαν. Μαζί. Αυτό δεν θα άλλαζε.
Τις άφησε μέσα να τα πούνε, ήλπιζε πως η φίλη της θα της έλεγε να μείνει σε αυτον, να προχωρήσει μαζί του, να, να, να...
Την άλλη μέρα πετούσαν...»

---.---

«Μπήκε στο δωμάτιο. Αυτός κλαμμένος σε μια γωνία, άρχισε να φωνάζει, να βρίζει. Αυτή σε μια γωνία να τρέμει, να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη. Αυτός να τρέμει από την ταραχή αλλά να προσπαθεί να ανακτήσει την πίστη στον εαυτό του. Είχε κλονιστεί πολύ. Δεν ήταν απλά ο δεύτερος, ήταν αποκρουστικός σε έναν άνθρωπο που είχε λατρέψει. Το είχε διαβάσει στα γραπτά της, του είχε δηλητηριάσει την ψυχή. Αλλά τον έρωτα;...τον έρωτα, όχι. Ήταν εκεί και αντιστεκόταν...αντιστεκόταν όσο μπορούσε.
Της είπε να φύγει από το δωμάτιο, να εξαφανιστεί, του είπε να του εξηγήσει, της είπε δε θέλει να την ξέρει....
Μετά από λίγη ώρα την είδε να βγαίνει από το σπίτι...άνοιξε το παράθυρο και της φώναξε... ‘Φεύγεις;;;....’ η φωνή του ήταν σπαρακτική και όχι επιθετική όπως πρίν. Έβλεπε να την χάνει, να απομακρύνεται μέσα στο σκοτάδι. Αυτός έμεινε εκεί στο παράθυρο. Εκεί τα όνειρά του, χάνονταν στο παχύ σκοτάδι της νύχτας. Όπως και η φιγούρα της χανόταν στα κάτασπρα δρομάκια της πόλης τους. Από κεί και πέρα πλέον τίποτα δε θα ήταν το ίδιο, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια...»

4 σχόλια:

  1. η φωνή του ήταν σπαρακτική κι όχι επιθετική... Όλη μας η ζωή σε μια σου φράση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ One of the people, χαίρομαι που σου άρεσε! Μιας και δεν είμαι συγγραφέας ούτε έχω κανα ιδιαίτερο ταλέντο...απλά μεταφέρω, ό,τι έχω ζήσει και νιώσει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. περάσαν πολύ γρήγορα...και λίγο καταθλιπτικά...πόσο δίκιο έχεις κι εσύ, πεταλούδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή