Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Αντίο και...

Αντίο...Ευχαριστώ όλους όσους διάβαζαν το blog αυτό και μου άφηναν την καλησπέρα τους. Ήταν μια μορφή ας πούμε ημερολογίου αλλά και μία προσπάθεια επικοινωνίας...Λάθος μεγάλο.

Αλλά το έκανα και ήρθε η ώρα να το διορθώσω. Όπως όλα τα λάθη των τελευταίων χρόνων. Αυτά τα οποία δε διορθώνονται, ζητάω ένα μεγάλο συγνώμη.. Είναι πάρα πολλά και ταλαιπώρησαν πολλούς ανθρώπους που αγάπησα και ξέρω πως με αγάπησαν ειλικρινά. Μετά το σημερινό τηλεφώνημα το ξέρω πλέον οριστικά...

Να είστε όλοι καλά!

Ανδρέας

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Ένα ποτήρι κρασί

Ο ήχος από το φελλό ενός μπουκαλιού κόκκινο κρασί έσκισε τη σιωπή που πλανιόταν στο δωμάτιο. Ο ήχος από το κόκκινο νέκταρ αντηχούσε σε όλη τη γειτονιά. Γέμισε το ποτήρι του μέχρις επάνω. Το χρώμα, έντονο ερυθρό. Έντονα παθιάρικο... λαμπύριζε με το λιγοστό φως από τις διπλανές πολυκατοικίες. Κάπου γινόταν ένα πάρτι, κάπου κάποιοι πίνανε το δικό τους ποτό. Αυτός μόνος του καθισμένος στο μπαλκόνι, ευχόταν στον εαυτό του. Στη μοναξιά του. Στην παραξενιά του. Στην μοίρα του που πάσχιζε να βρει προορισμό, ζαλισμένη και αυτή από τις συνεχείς αλλαγές.
Δε στέριωναν πουθενά, ούτε σε αγάπη, ούτε σε σπίτι, ούτε σε δουλειά. Λίγα πράγματα μπορούσε να κρατήσει. Λίγα μπορούσαν να τον συγκινήσουν. Αλλά όταν τον συγκινήσουν, ποτάμια τα δάκρυα από τα μάτια του. Ίσως για τον πόνο που έχει η ψυχή του. Ίσως για τα αμέτρητα γιατί που καταχώνιασε στη ψυχή του γιατί δε μπορούσε να βρει απαντήσεις... Και όταν ακόμα τις έβρισκε, πάντα μια σκέψη που καταχώνιαζε μέσα στη καρδιά του θα έβγαινε να αμφισβητήσει την όποια απάντηση. Άλλες φορές από τη μία πλευρά και άλλες από την άλλη.

Το ποτήρι πλησίασε τα χείλη του, τα οποία ακούμπησαν αργά αργά, σχεδόν σαν σε ιεροτελεστία, την άκρη του. Άνοιξε τα χείλη του, και το κόκκινο νέκταρ άρχισε να κυλάει αργά και να πλημμυρίζει τον ουρανίσκο του. Το άρωμα έφτασε πρώτο τις αισθήσεις του. Τον ταξίδεψε σε ένα βράδυ μακρινό. Μία αγκαλιά να βρίσκεται μέσα σε μια άλλη. Μια οθόνη υπολογιστή. Μία συνωμοτική συνάντηση. Ένα ταξίδι στα κρυφά από όλους για την επανένωση δύο ψυχών. Δύο καρδιών που ήταν πλασμένες ίσως ή μία για την άλλη δεν έμελλε ποτέ να είναι μαζί. ΠΟΤΕ... τι άσχημη λέξη...Σταματάει το όνειρο. Διαγράφει την ελπίδα. Σβήνει τα σημάδια που πρέπει να ακολουθήσει η γραμμή για να ενώσει δύο ψυχές. Να διορθώσει τα όποια λάθη των ανθρώπων, της μοίρας τους...

Η γουλιά του κρασιού ταξίδευε τώρα στο λαιμό του, οι γεύσεις ανέβαιναν στον ουρανίσκο του, γεμάτες, πολύχρωμες... Άλλη ανάμνηση, εικόνα, σκέψη, δύο κορμιά, δίπλα δίπλα, μία ταράτσα, 4 βήματα, και ένα και δύο και τρία και τέσσερα. Δύο καρδιές, χτυπάν, μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία του καλοκαιριού, μόνο αυτές ακούγονται. Μία ακόμα επανένωση...Πόσες ακόμα...

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ...τα λόγια ηχούσαν ξανά και ξανά στο μυαλό του...θαρρείς για να το πιστέψει και ο ίδιος. Η γουλιά είχε πλέον μπει μέσα του, μέσα στο κορμί του, το αλκοόλ τριγυρνούσε στις φλέβες του, έβρισκε τις σκέψεις και τους κρυφούς του πόθους και έπαιζε μαζί τους. Όπως η πέτρα πέφτει στον βυθό της θάλασσας και ανασηκώνει την άμμο, έτσι διαταράσσονταν οι πιο μύχιες σκέψεις του και πάλευαν να βγουν στην δικιά του επιφάνεια.

Κράτησε το ποτήρι, σηκώθηκε και ακούμπησε στη κουπαστή του μπαλκονιού του. Κοίταξε γύρω και έπειρα επάνω στα αστέρια..."α ρε κόσμε, είσαι περίεργος, δύσκολος, δε μπορώ να σε καταλάβω...μάλλον δε σου ανήκω και δε θα μου ανήκεις ποτέ...συμβιβάζομαι λοιπόν..."

Από ένα μπαλκόνι ακουγόταν το παρακάτω τραγούδι για μία πεταλούδα κι έναν Μοναχικό άνθρωπο...

" έτσι που ήρθες κι έφυγες,
δε σε έμαθα ποτές,
πίσω από τα δυο σου μάτια,
πήγες και κρύφτηκες,
σαν τραγουδάκι που μου μεινες
κι όλο ξεχνάω τους τοίχους...

και σε σφυρίζω,
σε σφυρίζω
στα στενά σε μουρμουρίζω
μες στα λόγια σου βραχνιάζω,
σε μπερδεύω
σε φωνάζω....."

Σε φωνάζω είπε και αυτός, ανάσανε, γύρισε την πλάτη του, μπήκε μέσα στο δωμάτιο, έκλεισε το φως και ακούμπησε το ποτήρι στο πάτωμα. Ένιωθε ένα βάρος στη καρδιά του. Ξάπλωσε για να ηρεμήσει, να ανασάνει καλύτερα...έκλεισε τα μάτια....σήμερα μπορούσε να ονειρευτεί...να την ονειρευτεί...όπως την ονειρευόταν χωρίς να τη ξέρει...μέχρις που εμφανίστηκε μπροστά του και της έδωσε ό,τι της ανήκε...την καρδιά του....

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Αυτή η νύχτα

"Όταν θα σβήσει η φωτιά
τη στάχτη μη σκαλίζεις
ανάστησέ την αν μπορείς
ή μην ξαναγυρίζεις.

Ποτέ δεν ξέρεις τι θα ‘ρθεί
και πόσο θα κρατήσει
θα ‘ναι καλύτερα λοιπόν
στο σήμερα να ζήσεις.

Αυτή η νύχτα θα ‘ναι για μένα
αυτή η νύχτα θα ‘ναι για μας
αυτή τη νύχτα δε γουστάρω κανέναν
είναι για μένα,είναι για μας.

Η πεταλούδα πάει στο φως κι ας είναι να την κάψει
ξανάρχομαι κι ας ξέρω πως ποτέ σου δε θ’ αλλάξεις. "

Μάνος Ξυδούς, Γιάννης Χαρούλης.